Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

9η Φεβρουαρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας - Το εθνικό και το υπερεθνικό ιδεώδες στην ποιητική του Διονυσίου Σολωμού -


Ο Δ. Τζιόβας στο επιστημονικό του άρθρο «Αντιθέσεις και διλήμματα για την ποίηση του Σολωμού», επικεντρώνεται στην πρόσληψη του ποιητικού έργου του Σολωμού και συγκεκριμένα στα αντιθετικά ερωτήματα  που προκύπτουν. Προσπαθεί να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν ο Σολωμός να κινείται μεταξύ λυρισμού και αφηγηματικότητας, ατομικού και συλλογικού, εθνικού και οικουμενικού. Τα παραπάνω ζεύγη ορισμών, αν και φαινομενικά είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, ο Σολωμός με την ποιητική του δεξιοτεχνία και πολυπλοκότητα καταφέρνει να τα συγκεράσει.
To ποίημα σταθμός στην ποιητική του πορεία, «Ο Κρητικός», ενέχει τα παραπάνω στοιχεία. Από τη μία πλευρά έχουμε έξαρση του λυρισμού με το προσωπείο του Κρητικού να παρουσιάζει τις ενδόμυχες σκέψεις, τα συναισθήματά του, το προσωπικό του δράμα και από την άλλη έχουμε στο προσκήνιο τον εθνικό αγώνα υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος, σημείο και στο οποίο έγκειται η αφηγηματικότητα του ποιητή. Παρελθοντικά δηλαδή περιστατικά υπεισέρχονται στο παρόν του αφηγητή και κατ’ επέκταση στον αναγνώστη. Καταφέρνει εδώ ο Διονύσιος Σολωμός να συνταιριάξει με απόλυτη ισορροπία το προσωπικό - λυρικό με το συλλογικό - αφηγηματικό. Εύλογα, λοιπόν, θεωρείται εθνικός ποιητής, αφού μιλά για τα  κατορθώματα του ελληνικού λαού,  συνδυασμένα όμως με λυρισμό,  που επιβάλλεται από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό. Συν τοις άλλοις, το εθνικό μεταμορφώνεται σε οικουμενικό. Αυτή η επιμονή και η δίψα για εθνική ελευθερία, του επιτρέπει να πλησιάζει τις βαθύτερες ουσίες, που οδηγούν σε αυτή και σχετίζονται με τις οικουμενικές σταθερές. Έργο, στο οποίο παρατηρείται  η συγκεκριμένη διάσταση είναι οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Ο Λίνος Πολίτης θεωρεί ότι αυτή η εθνική υπόθεση παίρνει διαστάσεις παγκόσμιες. «Ο Σολωμός μέσα από την υπόθεση την εθνική φτάνει στην υπερεθνική, την ευρωπαϊκή, την παγκόσμια, φτάνει όμως ακριβώς, επειδή βάθυνε τόσο πολύ στην εθνική». Το μικρό πολιορκημένο Μεσολόγγι σηκώνει το ανάστημά του και γίνεται υπερεθνικό, καθώς ξεσκεπάζει τα μεγαλύτερα συμφέροντα όλου του κόσμου και μέσα από αυτό πηγάζουν οι βαθύτερες ουσίες. Το αληθές που επιθυμεί ο Σολωμός να φανερώσει στο έθνος, είναι η αληθινή ουσία ή αλλιώς οι μεγάλες και ζωοφόρες αξίες, οι οποίες είναι πανανθρώπινες και παγκόσμιες. Δεν  ανήκουν μόνο στους Έλληνες, αλλά είναι κτήμα όλης της ανθρωπότητας. Ο κάθε λαός, μέσα από τον εθνικό αγώνα των Ελλήνων, μπορεί να ζητήσει τη δική του ελευθερία.
Ακόμη στο άκουσμα του εθνικού ύμνου, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»,  η πίστη στην πατρίδα και ο εθνικός αγώνας ντύνεται με το λυρικό ύφος, όταν ο ποιητής περνά από τη μία υπόθεση στην άλλη. Η Ελένη Τσατσάνογλου μας αναφέρει: «Η θερμότης της καρδιάς του αποφεύγει πάντοτε την ψυχρότητα της Μυθολογίας και το ύψος των ιδεών του αποστρέφονται τους κοινούς τύπους της ποιήσεως». Μέσα από τον έντονο λυρισμό του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» ενδυναμώνεται η επική σεμνοπρέπεια.
Πρακτικά, η εθνική ποίηση είθισται να είναι αφηγηματική και κοινωνική, ενώ η λυρική ποίηση  προσωπική.  Ο Τζιόβας διαπιστώνει στην ποίηση του Σολωμού δύο τύπους ποίησης φαινομενικά ασυμβίβαστους μεταξύ τους, τον εθνικό (έχει συσχετιστεί με το αφηγηματικό) και τον λυρικό, κάνοντας λόγο για «λυρικοποίηση του εθνικού» ή «εθνικοποίηση του λυρικού».
Ο Σολωμός, έξοχος ενορχηστρωτής της ποιητικής τέχνης, καταφέρνει να συγκεράσει αντίθετες ροπές και να αναδειχθεί ως ο εθνικός ποιητής, που παράλληλα εκπροσωπεί τις οικουμενικές αξίες και τα υψηλά ιδανικά.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Το «κέντημα – ψηφιδωτό» της αρχαιοελληνικής πνευματικής συνέχειας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας



Το ταξίδι για την Υψηλή Τέχνη είναι δύσκολο και χρονοβόρο, αλλά όπως κάθε ταξίδι τόσο απολαυστικό και σαγηνευτικό, με λαμπρούς σταθμούς και με πυξίδα το όραμα, δεικνύει πάντοτε  κόσμους ιδεατούς, αγγελικά πλασμένους που η πραγματικότητα καταβροχθίζει μανιωδώς, ζηλεύοντας τη φυγή προς το άγνωστο, μένοντας παράλληλα προσκολλημένη στη ρηχότητα της σκέψης, συντηρώντας συν τοις άλλοις μία παγιωμένη στρεβλή κατάσταση, που έχει απωλέσει την ονειροπόληση, φοβούμενη, μήπως το όνειρο βγει αληθινό και χαθούν τα συμφέροντα που εξυπηρετεί. Πώς να εξηγηθεί αλλιώς η αδιαφορία και η πολεμική για την Υψηλή Τέχνη των αρχαιοελληνικών και Βυζαντινών διδαγμάτων, τα οποία  αποτελούν κομμάτια της ελληνικής ιστορίας μας;
Το αν οι σημερινοί Έλληνες δικαιούνται να φέρουν επάξια τον βαρύ τίτλο των συνεχιστών των αρχαίων Ελλήνων είναι ένα θέμα προς συζήτηση, αν σκεφτούμε τη σημερινή βαλτωμένη διαμορφωμένη πραγματικότητα σε θέματα παιδείας, πολιτισμού, ήθους. Η Ελλάδα του τώρα δε θυμίζει σε τίποτα την άλλοτε ένδοξη αρχαιοελληνική ιστορία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δε συνεπάγεται ασυνέχεια της ελληνικής ταυτότητας και συνείδησης στο διάβα των χρόνων. 
Το κατά κάποιους αυτοχαρακτηριζόμενους σκαπανείς του πνεύματος δόγμα περί «φαντάσματος - ανυπαρξίας» της αρχαιοελληνικής πνευματικής και φυλετικής συνέχειας της ελληνικότητας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας, όπως είναι οι θεωρίες των Fallmeyrayer, R. Jenkis, Mango, αποτελεί ένα οικοδόμημα χωρίς βάση, το οποίο αιωρείται. Τα έωλα  επιχειρήματά τους δε στηρίζονται στην επιστημονική δεοντολογία, αλλά σε κατευθύνσεις ξένων κέντρων αποφάσεων με σκοτεινά συμφέροντα, που αντιμάχονται την επιστημονική τεκμηριωμένη κρατούσα αντίληψη περί «συνέχειας του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της ολόλαμπρης ελληνικής και Ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως των Ελλήνων του σήμερα».  Άλλωστε πολλοί επιστήμονες έχουν αντικρούσει ένα προς ένα τα επιχειρήματά τους, όπως είναι οι Αρνάκης, Βακαλόπουλος, D. Nicol, Βρυώνης, R. Browining. Ειδικά ο Βrowining (1966) απέδειξε με περίτρανο και πασιφανή τρόπο τη συνέχεια της φιλοσοφίας, της ιστορίας και του πολιτισμού της ελληνικής ταυτότητας στο Βυζάντιο. To νήμα έλαβε ο Vrionhs(1978) θέτοντας το ζήτημα στη βάση ότι οι Βυζαντινοί δεν ανακάλυψαν το αρχαιοελληνικό παρελθόν του 4ου π.Χ. και 5ου αιώνα των κλασικών χρόνων (πράγμα που αυτό θα συνηγορούσε σε μία ασυνέχεια της ελληνικότητας από την αρχαιότητα ως τη Βυζαντινή εποχή, όπως έγινε κατά την Αναγέννηση), αλλά παρέλαβαν τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδος σε μετεξελιγμένη παρουσία, δίνοντάς του στη συνέχεια μία νέα μορφή. Αυτό το γεγονός από μόνο του δύναται να καταδείξει με σαφήνεια και να συνηγορήσει υπέρ της συνέχειας του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού.
Πολλοί ερευνητές χαρακτηρίζουν τη Βυζαντινή περίοδο, ως μία εποχή σκοταδισμού και βαθιά παρακμιακή, παρερμηνεύοντας τα μέχρι τότε φιλοσοφικά κείμενα. Αυτό που συνέβη εκείνα τα χρόνια ήταν μία μεταπήδηση σε μία νέα πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα στο πλαίσιο μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, μία μετάβαση σε μία νέα τάξη πραγμάτων, όπως θα λέγαμε στη σύγχρονη κοινωνία μας. Τα ενδιαφέροντα των στοχαστών ξεκίνησαν να διαφοροποιούνται πιο νωρίς κατά την ελληνιστική περίοδο με την κυριαρχία των Σοφιστών και της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η εξέλιξη αποτελεί ένα γεγονός ανεμπόδιστο, καθώς το νέο γίνεται παλιό και αποζητά τη μετεξέλιξή του σε μία νέα μορφή ζωογόνα, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα ψάξει για μία νέα επίγεια ζώσα ύπαρξη, με άλλα λόγια αυτό που λέει ο λαός μας, η ζωή συνεχίζεται. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής και αυτή η ζείδωρη ελληνική φιλοσοφία ταξίδεψε μετεξελιγμένη, αλλάζοντας ενδύματα στο διάβα των χρόνων. Έτσι έχουμε την μεταστροφή του ενδιαφέροντος των βυζαντινών στοχαστών προς θέματα, τα οποία δεν απασχολούσαν στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Νιάρχο (1996) οι Βυζαντινοί αντιλαμβανόμενοι τη βαρύτητα της αρχαιοελληνικής σοφίας, που τους έπεσε ως κλήρος, κατόρθωσαν να την εκμεταλλευτούν οικοδομώντας λαμπρό λόγο και συνθέτοντας παράλληλα τα επιτεύγματα της αρχαιοελληνικής σοφίας με τα μηνύματα της χριστιανικής πίστης. Ως απότοκο αυτού του συνδυασμού προήλθε ο βυζαντινός ανθρωπισμός, ο οποίος αποτέλεσε το υπόβαθρο για τη φυγή προς τα εμπρός και τη μετέπειτα εξέλιξη του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού (Νιάρχος, 1996).
Συμπερασματικά διαφαίνεται ότι οι Βυζαντινοί διατήρησαν ακεραία την αρχαιοελληνική οπτική του κόσμου, η οποία στρέφει το ενδιαφέρον της στον άνθρωπο στο πλαίσιο ενός οικουμενικού όντος, επηρεαζόμενη κατά πολύ από τον πλατωνισμό και κυρίως από τον νεοπλατωνισμό. Σε εποχές βαθιάς κοινωνικής κρίσης και ηθικοπνευματικής αποτελμάτωσης, όπως είναι αυτές που διανύουμε, η στροφή στο απάνεμο λιμάνι των ριζών και των παραδόσεών μας, αποτελεί το μόνο ασφαλές καταφύγιο για να εξοπλιστούμε και εν συνεχεία να ταξιδέψουμε προς τα εμπρός, γνωρίζοντας από που κρατάμε, για να φτάσουμε ακόμη μακρύτερα την ιστορική κληρονομιά μας, εμπλουτισμένη με σύγχρονα επιτεύγματα.

Βιβλιογραφία:

Browning, R.(1966), Greece: Ancient and Medieval, Inaugural Lecture at Birbeck College, London: passim
Sp. Vryonis,(1978)«Recent Scholarship on continuity and discontinuity of culture: classical Greeks, Byzantines, Modern Greeks»εντουαυτού the «Past» in Medieval and Modern Greek Culture, Malibu,
Κωνστντίνος Γ. Νιάρχος (1996)Η ελληνική φιλοσοφία κατά την Βυζαντινή της περίοδονΑθηνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Περιπλανώμενος προς αναζήτηση λησμονημένων αξιών


Η περιπλάνηση, όταν δεν είναι άσκοπη, αποτελεί μία διαδικασία λυτρωτική, άκρως ζωογόνα για την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως και για την επιζήτηση μιας στροφής, όταν η κοινωνία έχει βρεθεί σε τέλμα. Ο Ομηρικός Οδυσσέας, θα γινόταν ξακουστός, αν δε περιπλανιόταν στις άγνωστες θάλασσες, αν το ταξίδι του δεν ήταν ριψοκίνδυνο και τα νερά τρικυμισμένα, αν δεν τα έβαζε με Θεούς και Δαίμονες για να επιστρέψει στην αγαπημένη του Ιθάκη και τη γυναίκα του Πηνελόπη; Πόσοι δεν περιπλανηθήκαμε, στα άδυτα των ψυχών μας, σε ταξίδια ονειρικά, τα οποία ποτέ όμως δεν έγιναν πράξη, με τον φόβο μήπως χάσουμε τη βαλτωμένη και συνεχώς σαπισμένη σιγουριά μας;  Προδώσαμε τις πατρίδες, τα ιδανικά μας, τις αξίες μας για αυτή τη μίζερη σιγουριά, η οποία αποτέλεσε δυνάστη της ψυχής μας και το αποτέλεσμα ήταν να φανεί η γύμνια του Βασιλιά. Μία μπέρτα δεν αρκεί για να καλύψει την απογυμνωμένη ανθρωπότητα, η οποία πορεύεται με δανεικά ιδανικά, παρηκμασμένες αξίες, λασπωμένα όνειρα, ξεχαρβαλωμένα οράματα, στερημένα από ανθρωπισμό. Σφετεριστές έκλεψαν τους θρόνους και οδήγησαν, όχι σε περιπλάνηση, αλλά σε αποπλάνηση. 
Και μεταξύ όλης αυτής της τραγικής πραγματικότητας ένας νέος ονειρεύεται, περπατά στην εξοχή, στις παραλίες, στις πόλεις, παραμιλά στον πυρετό του, μονολογώντας ότι κάπου είδε, στον ύπνο του ή στον ξύπνιο, δε θυμάται ακριβώς, έναν κόσμο δίκαιο, όπου η αξιοκρατία κυριαρχούσε, πρυτάνευε η λογική, κάλπαζε η αυτοκριτική και όλα ήταν αγγελικά πλασμένα, τόσο θεϊκά δομημένα που ανάβλυζαν οι καρποί της ανθρωπιάς και της ειρήνης. Ο νέος αυτός υπερασπίζεται την ελευθερία, δεν είναι στρατευμένος σε τίποτα και έτσι συνεχίζει να ονειρεύεται και να περιπλανιέται. Είναι άνθρωπος απλός, της βιοπάλης, ακούραστος για ταξίδι στο χωροχρόνο των ιδανικών. Δεν πτοείται από τους ανερμάτιστους ανθρωπάκους, οι οποίοι τον χλευάζουν και προσπαθούν να του ανακόψουν το ταξίδι προς περιπλάνηση. Τουναντίον προσπαθεί να τους συνετίσει, αλλά ματαιοπονεί. Ταξίδι χωρίς σταματημό… κομμάτι - κομμάτι, συνθέτει ένα τραγούδι, ύμνο στις αρχές της αδελφοσύνης. Αυτά που υπερασπίζεται δεν είναι το τομάρι του, δεν είναι η βόλεψή του, αλλά τα ανθρώπινα, τη ζωή, τον έρωτα, τις αξίες που καθημερινά  φυτρώνουν σε μέρη ανοίκεια, όπως σε χαραμάδες τοίχων, σε πεζοδρόμια, πνιγμένα σε μία πεζή καθημερινότητα. Οι κουβέντες του είναι ξεκάθαρες, δεν κρύβουν δόλο, ούτε ίχνος φιλαρέσκειας, τουναντίον διακατέχονται από μία θλίψη για το κατάντημα της κοινωνίας. Η συνείδησή του έρχεται να μας ελέγξει, να μας γεμίσει ενοχές, που ερωτοτροπήσαμε με κάλπικους παραδείσους,  που γευτήκαμε την απληστία και την κρατήσαμε σιμά μας, που γίναμε πιο φαύλοι και από τους φαύλους αυλικούς, που δώσαμε ελαφρυντικά στις αποτρόπαιες πρακτικές, νομοθετώντας τες. Μία ξιπασμένη κοινωνία και απέναντι της ένας νέος στέκεται όρθιος και δίνει μάχες… δε δειλιάζει, δε φοβάται, τουναντίον οι κυκλοθυμίες του ασκούν ταραχή σε όλους μας. Θα πρέπει να σωπάσουμε για να τον αφουγκραστούμε, αφού μιλάει χαμηλόφωνα, αλλά κατευθείαν στο θυμικό μας, χωρίς να επιχειρηματολογεί, χωρίς να μηχανεύεται τερτίπια. Η συνάντηση μαζί του, κάποιες φορές γλυκιά, άλλες ενοχλητική, άλλες εξοργιστική, μα λέει αλήθειες, αυτές τις αλήθειες που φοβόμαστε να αντικρίσουμε κατάματα, αυτές που κουκουλώσαμε με τόσα αισχρά ψέματα για να μη φανεί η παρακμή. Τόσο συνταρακτικές είναι! Και η απάντηση σε αυτές τις αλήθειες από την πλευρά του άσπλαχνου κόσμου, είναι ο χλευασμός, οι φωνασκίες, οι ύβρεις, μόνο και μόνο για να  πονέσουν αυτόν που τους ξεγύμνωσε τον κίβδηλο βασιλιά, όμως, ο πόνος αυτός μετουσιώνεται σε αγάπη από την πλευρά του νέου. Και αυτός ο νεαρός ανακράζει: «Σήμερα είμαι ένας άνθρωπος, ένας πονεμένος άνθρωπος, που νιώθω ότι από το είναι μου ξεχύνεται αγάπη». Πώς λέγεται αυτός ο νέος; Δεν ήθελε να αποκαλύψει το όνομά του, το μόνο που ήθελε ήταν να περιπλανηθεί, να ωθήσει και άλλους νέους στο ταξίδι της περιπλάνησης, να βρει συνοδοιπόρους στο ταξίδι του…
Υ.Γ.: Οι «ωραίοι» νέοι είναι πολλοί και αυτοί αποτελούν τη μόνη ελπίδα μιας κοινωνίας που έχει προσκολληθεί σε σαθρές νοοτροπίες. Τους νέους αυτούς μη τους φοβάστε, να τους χαίρεστε και κάποτε με το φως της καθαρότητας της ψυχής τους θα φωτίσουν ολάκερη την οικουμένη. Έως τότε υπομονή…

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Η ενορχηστρωμένη εικονοποιία του Σικελιανού στο ποίημα «Μήτηρ Θεού»


Το αριστουργηματικότερο ποίημα του Σικελιανού και έργο της ώριμης ηλικίας του αποτελεί κατά κοινή ομολογία το «Μήτηρ Θεού», γραμμένο το 1917. Η μουσικότητα είναι το στοιχείο, το οποίο πηγάζει ανεξάντλητο από τον πυθμένα της ποιητικής φωνής του ποιητή. Η ενορχηστρωμένη αυτή μουσική υποβλητικότητα οφείλεται στον ρυθμό των δεκαπεντασύλλαβων διστίχων, τα οποία πλησιάζουν μορφικά  την ποιητική σύνθεση του Σολωμού «Κρητικός», και στη συνεχή εναλλαγή των εικόνων, στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε μουσικές μελωδίες (Λίνος Πολίτης, 2009). Στο πρόσωπο της Παναγίας, και μετά τον θάνατο της αγαπημένης αδερφής του, ο Σικελιανός βλέπει τη μητέρα της ζωής και του θανάτου, μία εικόνα που φαίνεται από την μυστική σύνδεση στο ποίημα της μνήμης του Ευαγγελισμού, τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου και το Ψυχοσάββατο των νεκρών. Ο Λίνος Πολίτης (2009) σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Το ποίημα, μουσικά, ανεπαίσθητα περνά από την ζεστασιά των αρχικών στίχων  στην κεντρική ιδέα του θανάτου, ο πόνος της πεθαμένης αδερφής και η γλυκιά παρουσία της μάνας του Χριστού ενώνονται μυστικά, λες από πύρο χωνευτήρι συμπυκνώνεται σε μια οργανική ενότητα, από τις κορυφαίες στην ποίηση».

Επιπροσθέτως η σύνδεση χριστιανισμού και παγανισμού είναι ένα ακόμη μοτίβο, που ενυπάρχει στο ποίημα. Ο Σικελιανός, όπως παρατίθεται από τον Μario Vitti, αφουγκράζεται τον βαθύτερο πόνο των ανθρώπων και αισθάνεται υπεύθυνος για την επανόρθωση του κακού, όμως, αυτό το κακό εκλείπει σε αρκετές περιπτώσεις, όταν επιθυμεί να εκφράσει τις υπαρξιακές του ανησυχίες.

Ας περάσουμε στην έντονη και γλαφυρή εικονοποιία του ποιήματος. Ο Σικελιανός παρομοιάζει το φυσικό τοπίο με την Παναγία, εξυμνεί την ομορφιά της άνοιξης, παρακολουθεί το πέταγμα των χελιδονιών, θρηνεί για την αδερφή του Πηνελόπη, η οποία πέθανε.

και ως είδα, ετοιμοθάνατη, την όψην σου να μένει
σε τρίσβαθο χαμόγελο, λουσμένη, βυθισμένη,

γλυκά κι αν με διάταξες της πίκρας  σου να αφήσω
τον πέπλον, ολοζώντανη για να σε ζωγραφίσω

Ο Σικελιανός σαν άλλος ταλαντούχος ζωγράφος, φωτίζει τις εικόνες του. Τα μέρη του λόγου (ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα) επιδίδονται σε αγώνα να ξεπεράσουν το ένα το άλλο, βοηθώντας στην έντονη εικονοποιία, δημιουργώντας παραστατικότητα. π.χ. πέλαο αέρινο, τα μάτια ακοίμητα, αφρός μουρμουριστός, αμμουδιά παρθένα, ανάλαφρο ποδάρι, πορφυρογέννητη ψυχή.  Οι εικόνες του έχουν λόγο ύπαρξης στο ποίημα και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι, επιλεγμένες με ποιητική σωφροσύνη. Διεγείρουν όλες τις αισθήσεις (ακουστικές, οσφρητικές, οπτικές, αφής) με ζωηρά χρώματα, δημιουργώντας παφλασμό αισθαντικής συγκίνησης στον αναγνώστη. Η Μιράσγεζι (1982) τονίζει τον έντονο πληθωρικό λυρισμό του ποιητή και επισημαίνει, ότι οι παρομοιώσεις του μας θυμίζουν την θαυμαστή έκφραση του Ομήρου.

άνεμος φύσα γλυκός, από μακρά φτασμένος,
με την γαλήνιαν ευωδία των κάμπων φορτωμένος.

Τα μύρα πλέαν ανάερα, αντίκρυζε η ψυχή μου,
όθε κι αν γύριζε, τη μυστική άθλησή μου.

Και ιδές ανθοί ανεπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια

φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πύρρη διχάλα,
και μιαν ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει

Η έντονη λυρικότητα του Σικελιανού και οι καλοδουλεμένες λέξεις αναδεικνύουν με παραστατικότητα την ζωγραφική αποτύπωση του φυσικού τοπίου, επίτευγμα το οποίο επιτυγχάνεται στη «Μήτηρ Θεού». Ο ποιητής στον ζωγραφικό του καμβά χρησιμοποίει το «ποιητικό  πινέλο του» για να μας παραπέμψει σε ένα εικονοπλαστικό δημιούργημα, γεμάτο ζωντάνια, γλαφυρότητα με την υποφαινόμενη αίσθηση μίας μοναδικής αγνότητας και τρυφερότητας να ξεχειλίζει.


   και πάλι πισωδρόμισε γοργό, σα για να πάρει
   χλωμάδα μεγαλύτερην απ’το μαργαριτάρι...

   Ψυχή! Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι,
   η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!

Όπως προαναφέραμε εικόνες που παραπέμπουν στον θάνατο της αδερφής του, οδηγούν την συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ακόλουθοι στίχοι:

Η κόρη απ’το προσκέφαλο στυλά που με κοιτάζει
τόσο ειν’ωραία, πατέρα μου, για ιδές, που με ντροπιάζει...

  Αχ, λίγο να’θελε από με τα μάτια της να πάρει,
   να’λέγα τώρα το γλυκό χερουβικό τροπάρι!»

  Μικρή ψυχούλα μίλησε στον αγγελοκρουμό της
  και με το λόγο φτέρωσε, σα χνούδι, τον καημό της!

Το απόσπασμα ολοκληρώνεται με μία εικόνα που δεν έχει σχέση με τη φύση, αλλά με την προσωπική του εμπειρία,  σύμφωνα με την οποία η ζωή μπορεί να κρύβει δυσκολίες και πίκρες, αλλά πάντα πρέπει να υπάρχει η ελπίδα για να προσδώσει χαρά στον άνθρωπο.

Ψυχή! Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι
η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!
Ο ποιητής διαμέσου της σαγηνευτικής αυτής εικόνας μας πλημμυρίζει με μία τρυφερότητα, καθώς προσεγγίζει την ανθρώπινη υπόσταση με όλο τον σεβασμό που της αρμόζει, βλέποντας το δάκρυ, το οποίο είναι προϊόν πόνου σαν πολύτιμο πετράδι.

Βιβλιογραφία:
Πολίτης, Λ. (2009). Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Vitti, M.  (2008). Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας
Μιράσγεζη, Μ.(1982). Νεοελληνική Λογοτεχνία. Αθήνα

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Μαύρη επέτειος για τον ελληνισμό η 20η Ιουλίου του 1974

Πένθιμες καμπάνες ηχούν για τη μαύρη ημέρα μνήμης του ελληνισμού! Τουρκικά στρατεύματα με την κωδική ονομασία «Αττίλας» εισβάλλουν στην Κύπρο, δίχως προειδοποίηση ξημερώματα της 20ης Ιουλίου του 1974, ως δήθεν εξυγιαντές και προφασιζόμενοι την αποκατάσταση της ομαλότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είχε διαταραχτεί από τη Χούντα των Αθηνών του Ιωαννίδη στις 15 Ιουλίου. Η προδοτική στάση της Ελλάδας στο άκουσμα της τουρκικής εισβολής αποτελεί ντροπή για τον ελληνισμό. Από την άλλη η υπέρ βωμών και εστιών αντίσταση των Κυπρίων δεικνύει ως λαμπρό παράδειγμα ηρωισμού και γνήσιου πατριωτισμού. Σήμερα ο αναβρασμός που επικρατεί στην Τουρκία μόνον θετική εξέλιξη δεν είναι, καθιστώντας την εθνική ομοψυχία, ενότητα και ετοιμότητα μονόδρομο για το έθνος μας!

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Η Ομαδοσυνεργατική μέθοδος διδασκαλίας στη σύγχρονη εκπαίδευση


Ομαδοσυνεργατική διδασκαλία καλείται η διδασκαλία κατά την οποία οι μαθητές χωρισμένοι σε μικρές ομάδες συνεργάζονται δυναμικά μεταξύ τους για την εκτέλεση μέρους ή όλων των διδακτικών και των μαθησιακών δραστηριοτήτων.
Η ομαδοσυνεργατική διδασκαλία  εξελισσόμενη στα τέλη του 20ου αιώνα σε παιδαγωγικό και διδακτικό κίνημα, στηριγμένη σε στέρεες θεωρητικές θέσεις και συγκεκριμένες πρακτικές, κατέχει αξιόλογη θέση στη σύγχρονη διδακτική. Το μαθητικό δυναμικό μιας τάξης ενδείκνυται να οργανωθεί σύμφωνα με εταιρικό σχηματισμό ή ομαδικό σχηματισμό. Εταιρικά λέγονται τα δυαδικά σχήματα ατόμων και έχουν τη βάση τους στο σύστημα της αμφίδρομης, της διπολικής  επικοινωνίας, ενώ ομαδικά σχήματα ορίζονται οι σχηματισμοί ομάδων με άνω των δύο μαθητών, έχοντας κοινούς στόχους και σχέσεις αλληλεπικοινωνίας, διαμέσου συγκεκριμένων κανόνων (Ματσαγγούρας, 2004).
Όπως παρατίθεται και στο βιβλίο Θεωρία και Πράξη της Διδασκαλίας του Ματσαγγούρα (2004) τα εταιρικά σχήματα χωρίζονται σε «ανομοιογενείς συνεργατικές δυάδες»  και σε «ομοιογενείς συνεργατικές δυάδες». Η πρώτη κατά σειρά κατηγορία επιτάσσει τον συγκερασμό μιας δυαδικής ομάδας, αποτελούμενης από ένα καλό - συνεπή μαθητή και έναν λιγότερο καλό – συνεπή μαθητή. Έρευνες έχουν δείξει ότι εφόσον η γνωστική απόσταση μεταξύ των δύο μαθητών δεν είναι μεγάλη, ο αδύναμος μαθητής διατυπώνει με μεγαλύτερη ευκαιρία ερωτήσεις, χωρίς να φοβάται τον ψόγο και υποβοηθιέται από τον συμμαθητή του, ως προς την καλυτέρευση των επιδόσεών του. Αυτό γίνεται αντιληπτό αν σκεφτούμε, πώς επιδρά η δασκαλο - μαθητική σχέση, κατά την οποία ο μαθητής δεν ντρέπεται να πραγματοποιήσει ερωτήσεις. Από την άλλη έχουμε τις «ομοιογενείς συνεργατικές δυάδες», οι οποίες αποτελούνται από μαθητές ισότιμους - ομοιογενείς (με το ίδιο επίπεδο γνώσεων πάνω κάτω), έχοντας στόχο τη συνεργασία και την εκμάθηση πληροφοριών και την επίλυση προβληματικών καταστάσεων. Το σκεπτικό αυτό έχει τις απαρχές του στην φιλοσοφία του Piaget, που διατύπωσε σύμφωνα με τον Ματσαγγούρα το εξής: «Η συνεργασία οδηγεί σε συγκρούσεις, που συνεπάγονται  αναθεώρηση των αρχικών απλών σχημάτων και τον σχηματισμό ανώτερων». Εδώ παραθέτουμε το πόρισμα σύγχρονης έρευνας που αναφέρει ότι τα ομαδοσυνεργατικά σχήματα αποτελούν εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας που  ωθούν προς μια ουσιαστικοποίηση του διδακτικού προσανατολισμού του καινοτόμου σχολείου, προσφέροντας ασφαλές πλαίσιο για την κοινωνικογνωστική ανάταση του μαθητή.
Η οργάνωση των μαθητών σε ομάδες συνιστά μία απαιτητική διαδικασία, η οποία προϋποθέτει κατάλληλη γνώση των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων, καθώς και της γνωστικής αφομοίωσης εννοιών του κάθε μαθητή από τον εκπαιδευτικό. Κάποιοι εξίσου σημαντικοί παράγοντες που οφείλεται να λαμβάνονται υπόψη από τον δάσκαλο και τονίζονται από τον Κανάκη (1987) είναι τα εποπτικά μέσα, οι στόχοι, τα ενδιαφέροντα και ο προσδιορισμός των αναγκών των μαθητών. Έχει υπερισχύσει η άποψη, ότι ο χωρισμός των μαθητών σε ομάδες είτε  ομοιογενείς είτε ανομοιογενείς δεν παίζει τόσο ζωτικής σημασίας ρόλο (Κανάκης, 2006). Τα κριτήρια ως προς το χωρισμό είναι ασταθή και ορίζονται από την γνώση και την εμπειρία του δασκάλου. Εκεί που πρέπει να δοθεί προτεραιότητα είναι στις μεταβλητές, τις οποίες θα κάνει χρήση ο δάσκαλος, άσχετα με το αν έχουμε να κάνουμε με ομοιογενείς ή ανομοιογενείς ομάδες. Μεταβλητές θα μπορούσαν να θεωρηθούν το επίπεδο  μόρφωσης των μαθητών, οι συμπάθειες και οι αντιπάθειές τους προς τα παιδιά με τα οποία θα κληθούν να συνεργαστούν, η αντιληπτική τους ικανότητα. Σε πρώτο επίπεδο η αίρεση των μαθητών προς συνεργασία με άτομα τα οποία οι ίδιοι επιλέγουν θα αποτελούσε ορθή λύση. Εν συνεχεία σε περίπτωση που προκύψουν δυσλειτουργίες στην συνεργασία των ομάδων των μαθητών, ο δάσκαλος, όπου κρίνει αυτός σκόπιμο, ανάλογα με τις διαφορές στην επίδοση ατόμων και ομάδων, συμπάθειες και αντιπάθειες να έχει παρεμβατικό ρόλο και να προβαίνει στον ορθό επαναχωρισμό τους. Σχετικές έρευνες τα τελευταία πενήντα έτη καταδεικνύουν ότι καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται με τις μεταβλητές ομάδες (δηλαδή αυτές των οποίων η σύνθεση δε μένει συνέχεια σταθερή), είτε αυτές είναι ομοιογενείς είτε όχι. (Κανάκης, 2006).
Μπορεί όμως και οι ομοιογενείς ως προς την επίδοση ομάδες  να είναι περισσότερο αποτελεσματικές κατά την επανορθωτική  διδασκαλία που ακολουθεί ένα κριτήριο αξιολόγησης. Ο δάσκαλος μπορεί να ομαδοποιήσει  τους μαθητές του σε ομοιογενείς ομάδες, ανάλογα με τα κενά που παρουσιάζουν, έτσι ώστε  να τους βοηθήσει πιο αποτελεσματικά. Πάντως, έχει βρεθεί ότι οι ανομοιογενείς ως προς την επίδοση ομάδες που συγκροτούνται με γνώμονα τις συμπάθειες μεταξύ των μαθητών ωφελούν περισσότερο τους αδύνατους μαθητές, χωρίς να παραβλάπτουν τις επιδόσεις των καλών μαθητών (Κανάκης 1987).        
Με την Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία δημιουργείται το  κατάλληλο πλαίσιο για ένα ευαγές ψυχολογικό κλίμα, το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα στη μείωση των επιπέδων σχολικού άγχους αλλά και του φόβου της αποτυχίας των μαθητών, καθιστώντας τους πιο σίγουρους για τους εαυτούς τους (Κοσσυβάκη 2006). Οι τάξεις παρουσιάζουν μεγάλο βαθμό συνεκτικότητας και οι μαθητές αισθάνονται την αποδοχή του δασκάλου τους και των συμμαθητών τους,  την ελευθερία παρουσίασης των σκέψεών τους και ότι με την πάροδο του χρόνου γίνονται περισσότερο ανεξάρτητοι και υπεύθυνοι.
Η μέθοδος της ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας στην εκπαίδευση θα μπορούσε να βρει τον ρόλο της σε ένα σύγχρονο και καινοτόμο σχολείο, το οποίο ενδιαφέρεται για την ισόρροπη και ολοκληρωμένη ανάπτυξη των μαθητικών ικανοτήτων.

Βιβλιογραφία:
Κανάκης, Ι. (1987). Διδασκαλία-Μάθηση με ομάδες. Αθήνα.
Κανάκης, Ι. ( 2006). Η Οργάνωση της Διδασκαλίας-μάθησης με ομάδες εργασίας: θεωρητική θεμελίωση και πρακτική εφαρμογή. Αθήνα: Τυπωθήτω.
Κοσσυβάκη, Φ. (2006). Κριτική Επικοινωνιακή Διδασκαλία - Κριτική προσέγγιση της Διδακτικής Πράξης. Αθήνα: Gutenberg.
Ματσαγγούρας, Η. (2004). Ομαδοσυνεργατική Διδασκαλία και μάθηση, Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρης.


Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Προτεινόμενες προσεγγίσεις για τη διδακτική αξιοποίηση της Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της τάξης


Η αξιακή  ποιότητα της Λογοτεχνίας έγκειται στο γεγονός, ότι ασκεί καθοριστική επιρροή στη τρυφερή παιδική ηλικία των μαθητών, προσφέροντας τα απαραίτητα εφόδια για πολύπλευρη ανάπλαση της προσωπικότητας, κώδικα αξιών, κριτικό αναστοχασμό, σκεπτική αλληλουχία, πολιτισμική και πολιτιστική συνείδηση.
Η παραγωγική της προσφορά στο μαθητή είναι αναντίλεκτη, όμως ποιος είναι ο ορθός τρόπος διδασκαλίας αυτής;  Πως ο καθηγητής θα φέρει το νέο διαμέσoυ αυτής  σε στενή επαφή με τα πνευματικά δημιουργήματα και την ανθρώπινη πορεία στο διάβα των χρόνων, έτσι ώστε να αποκτά βιωματικές εμπειρίες εμμέσως, να διαπιστώνει και κατασκευάζει κρίσεις, υποθέσεις, σκεπτική αλληλουχία; 
Η συνδιαλογή του νέου με το Βιβλίο είθισται να είναι τυπική μένοντας σε αναγνωστικό επίπεδο και για αυτή την κατάσταση έχει καθοριστικές ευθύνες η εκπαιδευτική στόχευση σε συνάρτηση με την αδιαφορία των εκπαιδευτικών. Τουναντίον απαιτείται μία σχέση παραγωγική μεταξύ παιδιού - Βιβλίου, περνώντας στο επίπεδο της προσωπικής δημιουργίας, όπου ο νέος δύναται να αναπνεύσει ανθρωπιά, και εν τέλει να επανδρωθεί με «ηθικοπνευματική αρματωσιά». Για να φτάσουμε ,όμως, σε αυτό το αποτέλεσμα απαιτείται ο δάσκαλος- καθηγητής να πλησιάσει το λογοτεχνικό κείμενο με συνδυαστικό τρόπο, τόσο μέσω των ερμηνευτικών προσεγγίσεων, όσο και των υποκειμενικών - ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων. Σύμφωνα με τον Πολίτη (2015): «Τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις ενδιαφέρουν η φύση και οι δυνατότητες της ανάγνωσης ως ερμηνείας, ενώ οι υποκειμενικές-ψυχαναλυτικές δίνουν προτεραιότητα στο ατομικό και στο ιδιότυπο της αναγνωστικής εμπειρίας». Ο μαθητής αρχικά θα πρέπει να αγαπήσει την ανάγνωση και εν συνεχεία να αποκτήσει μία προσωπική αναγνωστική εμπειρία. Για να γίνει πράξη αυτό, ο καθηγητής οφείλει να προσεγγίσει το λογοτεχνικό κείμενο στην τάξη με βάση τις υποκειμενικές - ψυχαναλυτικές θεάσεις. Ο μαθητής τοιουτοτρόπως προσπαθεί, καθοδηγούμενος πάντα από τον καθηγητή- επόπτη, να αντιληφθεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο την ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου και να βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα, χωρίς να επηρεάζεται από τη νόρμα. Η ψυχαναλυτική - υποκειμενική αναγνωστική θεωρία ταυτίζεται με τις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες μάθησης που βλέπουν το δάσκαλο συνεργάτη του μαθητή  και το μαθητή συνδημιουργό της γνώσης. Ωστόσο, αυτό  προϋποθέτει και μία σχετική αναγνωστική εμπειρία, να έχει έρθει σε επαφή με ένα όγκο λογοτεχνικής παραγωγής για να μπορέσει να διατυπώσει προσωπικές γνώμες για ένα κείμενο. Εδώ έρχεται σε βοηθητικό επίπεδο η ερμηνευτική προσέγγιση, με στόχευση να διαπλάσει και να διαμορφώσει αναγνωστική κουλτούρα, εφόσον εστιάζει στη φύση και στις δυνατότητες της ανάγνωσης ως ερμηνεία, σε ένα κοινό πλαίσιο, το οποίο έχει ήδη διαμορφωθεί και δεν αλλάζει. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, τον σταθερό θεμέλιο λίθο που προκύπτει από την ερμηνευτική προσέγγιση του λογοτεχνήματος, ο καθηγητής θα πρέπει να συνεπικουρήσει στη δημιουργία και μιας προσωπικής από το μαθητή στοχευμένης ερμηνείας. Η καλλιέργεια της οποίας θα επιτευχθεί, με την θέαση του αναγνώστη ως αναδημιουργού, όπως έχει επισημάνει ο Ηοlland (2000). Στόχο κυρίαρχο, ωστόσο, αποτελεί η αγνή αγάπη του νέου για το βιβλίο, η προσωπική συναισθηματική συνδιαλογή του αναγνώστη-μαθητή με το κείμενο. Αυτή η στόχευση επιτυγχάνεται με την αισθητική ανάγνωση των λογοτεχνικών κειμένων από τους μαθητές. Ο μαθητής αποκτά βιωματικές εμπειρίες, χωρίς να είναι κυρίαρχες πάνω στο τρόπο αντίληψής του. Το απότοκο είναι μία ενεργητική συμμετοχή του αναγνώστη, το οποίο θεωρείται και ζητούμενο (Πολίτης, 2015).  

Συμπερασματικά, διατεινόμαστε ότι και οι δύο προαναφερθείσες τεχνικές προσέγγισης ως διδακτικές μέθοδοι είναι εξίσου σημαντικές, ως προς τη δημιουργία ενός μαθητή-αναγνώστη με αναπτυγμένη την κριτική ικανότητα και την απρόσκοπτη «ερωτική» επικοινωνία με το λογοτεχνικό δημιούργημα.

Βιβλιογραφία

Πολίτης, Δ. (2015). Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών, σημειώσεις του μεταπτυχιακού μαθήματος (544): Θεωρία και Κριτική της λογοτεχνίας. Κύπρος: Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Holland, N. (2000). Η ανθρώπινη ταυτότητα. Στο Λεοντσίνη, Μ. (επιμ.) Όψεις της ανάγνωσης. Αθήνα: νήσος.