Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΩΣ ΜΑΘΗΜΑ «ΖΩΗΣ»


Οι Πανελλήνιες εξετάσεις ολοκληρώθηκαν με επιτυχία κι εφέτος. Πλέον η μαθητιώσα νεολαία, που έλαβε μέρος σε αυτές, αφού τις αναθεμάτισε κατά τη διάρκεια του χρόνου (πολλές φορές με τα δίκια της, καθώς πρόκειται για έναν ψυχοφθόρο αγώνα με τους στόχους και τα όνειρα), αναμένει εναγωνίως τα αποτελέσματα για να δει, αν θα εισαχθεί τελικά στη σχολή πρώτης επιλογής ή σε κατώτερη των προσδοκιών ή και καθόλου. «Τά ἀγαθά κόποις κτῶνται» όμως φίλοι μου, δε γίνεται διαφορετικά.
Ο κάθε μαθητής σίγουρα γνωρίζει πως έγραψε, ωστόσο, αναμένει να δει το αποτέλεσμα των μόχθων τόσων χρόνων ιδίοις όμμασι. Οι καθηγητές επίσης γνωρίζουν εκ των προτέρων, που θα κινηθεί βαθμολογικά ο κάθε μαθητής, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, συμβαίνουν κι αυτά για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Οι Πανελλήνιες στην ελληνική κοινωνία, έχουν ταυτιστεί με το όνειρο και συνάμα με τον χειρότερο εφιάλτη του μαθητή. Άγχος, ένταση, υπερένταση, πίστη για το καλύτερο δυνατό κι αμφιβολίες για το αν όντως θα τα καταφέρουν στο τέλος, δομούν την κοσμοθεωρία του κάθε μαθητή και της οικογένειάς του. Μία σχέση αγάπης και μίσους γεννιέται και καλλιεργείται κατά τη διάρκεια των μαθητικών χρόνων. Ο Γερμανός φιλόσοφος Έρμαν Έσσε είχε σημειώσει ότι το μίσος αποτελεί «έναν στρεβλό τρόπο αγάπης, αλλά οπωσδήποτε μία έκφραση αγάπης». Το μίσος και το μένος ,λοιπόν, των εξεταζόμενων μαθητών και πολλών υπέρμαχων της κατάργησης των Πανελλαδικών εξετάσεων στη  ΄Γ Λυκείου, αποτελεί μία έκφραση στρεβλής αγάπης για το είδωλο στον καθρέπτη, που δεν επιθυμούν να αντικρύσουν, γιατί θα δουν κατάματα την πραγματικότητα, είτε της ανεπάρκειάς τους, είτε της μη ανεπάρκειάς τους ανάλογα κάθε φορά, γιατί η πραγματικότητα, που πολλές φορές δε θέλουμε να παραδεχτούμε, είναι σκληρή κι αδυσώπητη, όπως και η ίδια η ζωή, δεν παύει ωστόσο να υπάρχει. Και αναρωτιέμαι, πώς θέλουμε άραγε να ζούμε, με αυταπάτες, με όμορφα λόγια, τα οποία μπορεί και να μη τα αξίζουμε, μόνο και μόνο για να τρέφεται υπερτροφικά το εγώ μας; Αγαπητός καθηγητής γίνεται τις περισσότερες των περιπτώσεων αυτός που χαϊδεύει αυτιά, αυτός που λέει όμορφα λόγια, δίχως να τα αξίζει κάποιος. Εντούτοις αυτός που λέει αλήθειες, είναι ο δυσάρεστος, πολλές φορές, ο κακός, αλλά η αλήθεια, η κατάκτηση του ιδανικού είναι δύσβατη υπόθεση, πολλές φορές μαρτυρική, αλλά στο τέλος πάντα ευεργετεί αυτόν που έχει κατακτήσει το «γνῶθι σαὐτόν» και αυτός ο καθηγητής που πριμοδοτεί την αλήθεια είναι ο αποτελεσματικός στο τέλος. Οι Πανελλήνιες ,λοιπόν, δεν είναι παρά ο καθρέπτης της προσπάθειας όλων των μαθητικών χρόνων κι επιβραβεύουν αυτούς που έχουν πραγματικά μοχθήσει.

Με όλα τα στρεβλά τους, τα συμπαρομαρτούντα από το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας, τους γονείς, τους μαθητές επιβιώνουν στην ελληνική κοινωνία, γιατί αποτελούν ίσως  αν όχι το μόνο έγκυρο, αδιάβλητο κι αξιοκρατικό θεσμό της ελληνικής κοινωνίας, σίγουρα έναν από τους λίγους. Οι κόποι και οι μόχθοι των ορθά προετοιμασμένων μαθητών αποδίδουν καρπούς και τέρπουν αυτόν που μόχθησε πνευματικά κυρίως, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εισαχθεί στη σχολή της επιλογής του.
Δε σηματοδοτούν ούτε την αρχή, ούτε το τέλος της ζωής, τουναντίον είναι κι αυτές κομμάτι αναπόσπαστο της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής και δίνουν ένα μάθημα ζωής ότι όποιος μοχθεί επιβραβεύεται, ενώ αντίθετα όποιος φυγοπονεί αποτυγχάνει. Ότι ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Και η ζωή μπορεί να είναι μία σκληρή αρένα, πολλές φορές, χωρίς κανόνες, σε αντίθεση με αυτή των πανελλαδικών εξετάσεων, αλλά αυτό το οποίο πρέπει να έχει στο νου ο κάθε άνθρωπος και κυρίως οι μαθητές, είναι ότι η ζωή δε σταματά σε μία πιθανή επιτυχία ή αποτυχία… απαιτείται συνεχιζόμενη πάλη, πάλη για την ολοκλήρωση του κάθε ατόμου ξεχωριστά, πάλη για τις υψηλές προσδοκίες, πάλη για ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητας. Ελπίζουμε στη νεολαία μας ότι θα τα καταφέρει και θεωρούμε ότι ο κάβος των Πανελληνίων, δεν είναι τίποτα λιγότερο και περισσότερο από μία πρώτη μάχη, μία από τις ατελείωτες μάχες, που θα κληθεί να δώσει στο διάβα της ζωής της. Καλά αποτελέσματα σε όλους τους μαθητές!


Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Απόσπασμα Ομιλίας για την 25η Μαρτίου στο Επιμελητήριο Αχαΐας




Ας σταθούμε επισταμένως στο ποίημα του Βασίλη Ρώτα:


«Διαβάτη, στάσου προσοχή:
δῶ χάμω κείτονται νεκροί
πού δέν ἐπρόδωσαν ποτέ,
ποτέ δέν εἶπαν ψέματα,
τύραννο δέν προσκύνησαν.

Διαβάτη, στάσου προσοχή
καί μ᾽ ἄξιο νοῦ μελέτα τους,
τί ἄν χαίρεσαι τ᾽ ὡραῖο φῶς
κι ἄν ὅλο θάρρος περπατᾶς
κι ἄν σ᾽ ἀγαπᾶνε κι ἀγαπᾶς
κι ὅ,τι καλό ᾽χεις στή ζωή
στό χάρισαν τοῦτ᾽ οἱ νεκροί.

Διαβάτη, στάσου προσοχή
καί μ᾽ ἄξιο νοῦ μελέτα τους».

Με ιδιαίτερη χαρά και υπερηφάνεια εορτάζουμε σήμερα την επέτειο της 25ης Μαρτίου.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν η 25η Μαρτίου θα παραμένει η κορυφαία, μοναδική κι ταυτόχρονα διπλή εορτή για κάθε Έλληνα, για κάθε χριστιανό. Κι αυτό γιατί ως χριστιανοί, γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, αλλά και ως Έλληνες γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό του Έθνους μας, αφού την ίδια αυτή ημέρα διάλεξαν οι πρόγονοί μας να σηκώσουν το λάβαρο της επανάστασης ενάντια στον Τούρκο κατακτητή ζητώντας από τα βάθη της καρδιά τους Λευτεριά ή Θάνατος. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του συντοπίτη μας ποιητή Κωστή Παλαμά.
«Σβήνουν δυο νύχτες, και δυο αυγές προβάλλουν στον αγέρα.
Δυο λευτεριές που σμίγουνε μέσα στην ίδια μέρα.
Δυο λευτεριές ματόβραχτες, παιδιά μεγάλου κόπου,
η λευτεριά του Έλληνα κι η λευτεριά του ανθρώπου».

Ημέρες σαν σήμερα, μας κυριεύει ολοζώντανη η ιστορική μνήμη κι έντονα αισθήματα δέους, συγκίνησης και περηφάνιας πλημμυρίζουν τη ψυχή και την καρδιά του ελληνισμού σε κάθε γωνιά της γης.

«Τετρακόσια χρόνια σκέπαζε την Ελλάδα η μαύρη νύχτα της πικρής τουρκικής σκλαβιάς. Η άλλοτε χώρα των Θεών κι των ηρώων έγινε η χώρα των ραγιάδων, χώρα των δακρύων, όπου αντηχούσαν οι στεναγμοί και οι θρήνοι του δουλωμένου της λαού, καθώς ανέβαινε τον ανηφορικό δρόμο ενός άλλου μαρτυρικού Γολγοθά. Πικρή και άραχλη κυλούσε τότε η ζωή στο στυφό φλοιό της ελληνικής γης, εξαιτίας του αφόρητου και αβάσταχτου ζυγού της σκληρής τυραννίας. Οι ψυχές των Ελλήνων λούφαζαν, όλα αυτά τα χρόνια, στις ζοφερές σπηλιές της τουρκικής σκλαβιάς σαν κυνηγημένα αγριοπερίστερα».

Χαμοκλησιές και μοναστήρια χωρίς καμπάνες και σήμαντρα, γέμιζαν το σούρουπο της μακριάς νύχτας με σκλαβόπουλα. Στο τρεμάμενο φως του καντηλιού βραχνά ο Παπαδάσκαλος θεριέυει «τη αποστεμένη ελπίδα, και πλατιά τα ονείρατα αναδεύει». Ο Πατριάρχης της Πόλης γίνεται ο εθνάρχης των ραγιάδων, ο Πατροκοσμάς ακούραστος εθναπόστολος κηρύσσει την πίστη στο Χριστό και στη Λευτεριά.

Ο Θούριος του Ρήγα σιγοτραγουδιέται βουβά στα χείλη και στην καρδιά, ποτίζοντας με δάκρυ και αίμα το δένδρο της Μεγάλης Ιδέας.

Ψηλά, στα λεύτερα κορφοβούνια οι κλεφταρματολοί με σύμβολο τον καταπατημένο Σταυρό γίνονται η μαγιά του ένοπλου ξεσηκωμού.

Το χάνι της Γραβιάς, η Τρίπολη, η Αλαμάνα, το Αρκάδι, το Μεσολόγγι, το Κούγκι, γίνονται κάστρα ανδρείας κι σύμβολα ηρωισμού.


Αμέτρητοι οι ήρωες και ηρωίδες μπροστά στους οποίους υποκλινόμαστε με μεγάλο δέος και σεβασμό. Η επανάσταση φούντωσε, ξαπλώθηκε σε στεριά και θάλασσα. Και το όραμα της λευτεριάς το άπιαστο, το σήκωσαν μορφές αγέρωχες, γνήσια τέκνα της ελληνικής λεβεντιάς, βράχοι υψηλοί, με απίστευτη αντρειοσύνη. Ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι, ο Διάκος στην Αλαμάνα, ο Κολοκοτρώνης στο Μοριά,.. «Και η στρατιά μεγάλωνε…Κάποιοι τους έλεγαν τρελούς…κι όμως η στρατιά μεγάλωνε». Νικηταράς, Μαντώ Μαυρογένους, Καραϊσκάκης, Μπότσαρης, Κανάρης, Μπουμπουλίνα, Μιαούλης…Μα η λευτεριά ήταν αχόρταγη… «Ήθηλε νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς. Ήθελε και οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους».


Νάουσα, Χίος, Ψαρά, Μεσολόγγι…. Το Μεσολόγγι που έγινε το σύμβολο της επανάστασης. Πείνασε, δεκατίστηκε, χτυπήθηκε μα ποτέ δε λύγισε. Έμεινε όρθιο, σαν ατσάλινος πύργος με γρανιτένια θέληση ενάντια στη τυραννία. Κι ο χορός του Ζαλόγγου των γενναίων Σουλιωτισσών, αποτέλεσε πράξη υπέρτατης θυσίας και έχει παραμείνει στην παγκόσμια ιστορία. Η λεβεντογέννα χώρα, είναι  η Ελλάδα, ο τόπος που γέννησε την ιδέα της Ελευθερίας, την ιδέα της Δημοκρατίας κι παντοίων των αξιών.

Δεν έμεινε γωνιά της ελληνικής γης που δε γνώρισε τη δόξα, δεν έμεινε σπιθαμή της, που δε βάφτηκε με αίμα. Οι πέτρες, οι βρυσούλες, οι μυρτιές, τα θυμάρια έμειναν οι αιώνιοι μάρτυρες. Η θυσία, ο ηρωισμός του ελληνικού λαού γονάτισε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ξεπρόβαλε η ώρα, όπου η ελευθερία επέστρεψε στη βασανισμένη κι άνοιξε της φτερούγες της πάνω από τον περήφανο λαό μας.

Ευλαβείς συνεορταστές, το μήνυμα της 25ης Μαρτίου του 1821 φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ.

Μας προτρέπει να επαναστατήσουμε ενάντια σε όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα που παντοιοτρόπως εισβάλλουν στη ζωή μας κι μας οδηγούν στην κοινωνική αδιαφορία. Μας προτρέπει να επαναστατήσουμε ενάντια σε όλους αυτούς που θέλουν να μας υφαρπάξουν την πνευματικής ελευθερία, καθιστώντας μας πνευματικούς ραγιάδες των σύγχρονων εποχών.

Μας προτρέπει ως χριστιανούς να αφουγκραστούμε τις θεϊκές παραινέσεις και να αγαπήσουμε αληθινά το συνάνθρωπό μας, τοποθετώντας το συλλογικό πάνω από το ατομικό συμφέρον.

Είναι καιρός να επαναστατήσουμε σε όλα τα επίπεδα, ενάντια σε όλα αυτά που μας βασανίζουν, ενάντια σε κάθε καθήλωση, ενάντια σε κάθε στρέβλωση. Οι Έλληνες του 1821 και οι πρόγονοί μας οι Αρκάδες αγωνίστηκαν, γιατί επιθυμούσαν να ζουν ελεύθεροι, δίχως να εκβιάζονται.
Το πνεύμα της 25Ης Μαρτίου ας στεριώσει στις ψυχές μας.
Τα λόγια του ποιητή ας γίνουν η πυξίδα μας.

«Ξύπνα καημένε μου ραγιά,
Ξύπνα, να δεις ελευθεριά!»

Η πίστη απέμεινε ο ανεξάντλητος κρουνός για κάθε Έλληνα. Η καρδιά του έμοιαζε με παλλόμενη φλόγα, έτοιμη να φουντώσει. Η Ελπίδα και η Πίστη έδινε δύναμη στη φλόγα αυτή, αλλά οι αγέρηδες φυσούσαν μανιασμένοι για να τη σβήσουν. Δεν ήταν άλλοι, από τους αγέρηδες του παιδομαζόματος, του χαρατσιού, του κλεισίματος των σχολείων, οι φοβέρες και οι υποσχέσεις των  Τούρκων για όσους αλλαξοπιστούσαν.

«Κι ήταν όλα σιωπηλά,
Και τα ‘σκιαζε η φοβέρα
Και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Και όμως παρ’ όλες τις τρομερές πιέσεις, η φλόγα της Πίστης και της Ελπίδας δεν έσβησε, θέριεψε… κι έμελλε να είναι εκείνη η άνοιξη του 1821 να είναι η τελευταία που θα  παρέμενε σκλαβωμένη η Ελλάδα. Τα χελιδόνια εκείνη τη χρονιά έφεραν τη μεγάλη είδηση του εθνικού ξεσηκωμού… Κι τότε το αστραπόβολο φως ου 21 άστραψε και φώτισε το δρόμο της λευτεριάς. «Πύρινη λάβα ήταν, που κατέκαψε την Τουρκιά κι σκότωσε το δράκο της τυραννίας. Ορμητικό ξύπνημα της Ρωμιοσύνης ήταν, που όμοιο δε γνώρισε ο κόσμος όλος….Ανδρειώμενη και πολυφτέρουγη η λευτεριά, ήταν πάθος, και ιδέα και μεθύσι.»

Από άκρη σε άκρη του ελληνισμού, η σωριασμένη ανά τους αιώνες μες του σκλάβου αγανάκτηση, κι ο πόνος που η φτέρνα του τυράννου τον κρατούσε αφανέρωτο, βγήκε στο φως κι αντήχησε σαν κεραυνός και σαν κατάρα…

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Το κουμπί και άλλες ιστορίες, της Τασούλας Τσιλιμένη

   Η γλώσσα της σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων της κ. Τσιλιμένη, είναι η απλή δημοτική με τα σχήματα λόγου να δίνουν το δικό τους εμφατικό τόνο στην ομαλή διήγηση των ιστοριών. Ο λόγος της ανεπιτήδευτος, οδηγεί σε μαγική μέθεξη αισθήσεων τον αναγνώστη, δίχως να κουράζει. Η αφήγηση των ιστοριών θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμπνέεται και ακουμπά στο μαγικό υπόστρωμα της ποιητικής τέχνης. Η κ. Τσιλιμένη έξοχη ενορχηστρωτής του λόγου υφαίνει με τις λέξεις και την πλούσια εικονοποιΐα, που παρατηρείται στα διηγήματά της, ένα έργο τέχνης απαράμιλλης αισθητικής αξίας, που πρέπει να κοσμεί κάθε βιβλιοθήκη.
   Οι χαρακτήρες στη συλλογή είναι απλοί, καθημερινοί  της γενιάς του 1960, άνθρωποι με αδυναμίες, πάθη, λάθη, βασανισμένοι, με απώλειες, αλλά πάντα με ένα αυθόρμητο, πηγαίο χαμόγελο για τη ζωή. Προσπαθούν να ονειρευτούν, να συνομιλήσουν με τη γενιά μας και να της δώσουν ένα μήνυμα: Ότι και οι δυσκολίες, οι απώλειες, είναι κομμάτι της ζωής και δεν πρέπει να παραιτηθούμε. Στην ουσία η παραίτηση  ισοδυναμεί με θάνατο εν ζωή. Η συγγραφέας δίχως να υποδεικνύει τον δρόμο που θα ακολουθήσει ο αναγνώστης, του δίνει το έναυσμα προς ονειροπόληση, διαμέσου των ξωτικών, των νεράιδων και όλων των λοιπών παραμυθιακών στοιχείων. Ο μύθος έρχεται και συμπλέκεται αρμονικά με τον ρεαλισμό, για να τροφοδοτήσει τη ζωή, να της δώσει τη χαμένη αγνότητα, την ηρεμία, που χρειάζεται για να πορευθεί αρμονικά.
Δύναμη θέλησης, αυτή η απύθμενη θέληση για ζωή, δε γίνεται να αποκοπεί από το στοιχείο του έρωτα, το οποίο διατρανώνει τη χαρά της ζωής και είναι έκδηλο στις αφηγήσεις της συγγραφέως.       Ο δρόμος για το «γνώθι σαυτόν» που διατύπωσε ο Σωκράτης φαίνεται να καθορίζει και να κινητοποιεί τους αφηγηματικούς χαρακτήρες. Ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, μέσα από τα ατελείωτα πήγαινε – έλα από τη φαντασία στο όνειρο κι από εκεί στην πραγματικότητα. Η συγγραφέας, με την ιστορική αναδρομή από το τώρα στα χρόνια του 1960, ψάχνει να εντοπίσει διαμέσου των ιστοριών των ηρώων της το νόημα της ζωής, που είναι τόσο απλό, αλλά στην εποχή μας η προσέγγισή του έχει γίνει τόσο δύσβατη, έως και απευκταία. Το κουκουλώσαμε κι αυτό μέσα σε φανταχτερά πανάκριβα ρούχα, με χρυσά κουμπιά, που κουμπώνουν και καλύπτουν τη γύμνια μιας κοινωνίας φτωχής σε ιδανικά και αξίες, η οποία έχει ξεμείνει από όραμα, στυγνή και αδυσώπητη καθώς είναι, προσποιείται ότι όλα βαίνουν καλώς, αλλά στην ουσία η πυξίδα της δεικνύει το Νότο, αντί για Βορρά. Αυτό το λάθος στην πυξίδα για ζωή καταγγέλλει η κ. Τσιλιμένη και προσπαθεί να το τονίσει κυρίως στη νέα γενιά ανθρώπων.
   Οι ιστορίες της συνεπαίρνουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, τον καθιστούν μύχιο παρακολουθητή των δεινών της γενιάς του 1960, που έχει στο μνημονικό της πολέμους, καταστροφές, απώλειες, αλλά δε ξεχνά να χαμογελά, δε ξεχνά να αισιοδοξεί, δε ξεχνά να ενεργεί για να αλλάξει τα κακώς κείμενα. Στοιχεία τα οποία λησμονήσαμε στην εποχή μας, απογοητευτήκαμε και αφήσαμε τα πράγματα να κυλήσουν στον τροχό της τύχης. Η συγγραφέας προκρίνει κάτι ουσιαστικό, την αντιμετώπιση των καθημερινών δυσκολιών με (συμ)μετοχή στη ζωή. Ίσως το κουμπί, το οποίο μπορεί να πάρει πολλές μορφές και γύρω από το οποίο κινούνται υποκώφως οι ιστορίες των αφηγηματικών προσωπείων της συγγραφέως, αποτελεί το κέντρο βάρους, την ένωση του παρελθόντος με το παρόν, ένα ενοχικό παρόν που φοβάται να βιώσει την αξία της στιγμής, να ονειρευτεί ένα καλύτερο μέλλον, γιατί κάποιοι δήθεν φωστήρες, μας έπεισαν ότι η παρούσα κατάσταση δε δύναται να βελτιωθεί κι άρα οφείλουμε να ζήσουμε βουτηγμένοι στη μιζέρια μας. Ενοχές και φοβίες κατακλύζουν τους ήρωες της συγγραφέως, ωστόσο, παίρνουν πρωτοβουλίες, υπάρχει μία κινητικότητα. Δεν μένουν με σταυρωμένα τα χέρια, όπως συμβαίνει στη σύγχρονη εποχή.
   Το υγρό στοιχείο, διάχυτο στη συλλογή, φαίνεται ότι διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην κοσμοθεωρία της κ. Τσιλιμένη, και δηλώνει το ευμετάβλητο, το ρέον, αυτό που δεν πιάνεται, παρά αγγίζεται. Έτσι κι η ζωή συνεχώς ρέει, δεν μπορούμε να την πιάσουμε, πολλές φορές μας προσπερνά κιόλας. Αλλά με αισιοδοξία και ορθή ματιά απέναντί της θα μας χαμογελάσει κι η ίδια. Η διήγηση των ιστοριών της, που η καθεμιά έχει τη δική της αξία στο «Κουμπί», παρασέρνει τη σκέψη, ευαισθητοποιεί, εξάπτει τη φαντασία, αγγίζει απαλά συνειδήσεις και ωθεί στη μύηση ιστοριών μιας άλλης εποχής, διαφορετικής αλλά παράλληλα και τόσο όμοιας με τη δική μας.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ο Οιωνός ξεψύχησε μαζί και η Ελπίδα



Ξημερώματα 15ης Οκτωβρίου του 2125, το κτίριο σείστηκε και εν συνεχεία κατέρρευσε ολοσχερώς, λες και ήταν παλάτι κτισμένο από άμμο, όπως τα κάστρα που χτίζουν τα παιδάκια δίπλα στη θάλασσα. Ποιος να το περίμενε …. ένα ιστορικό  κτίριο στο κέντρο της πόλης που προσέδιδε έναν κοσμοπολιτισμό και είχε ταυτιστεί με την ιστορία του τόπου και ολάκερης της Οικουμένης, να καταρρεύσει έτσι ξαφνικά. Στους κατοίκους πλέον, έμοιαζε πλήρως απαρχαιωμένο, σκοταδιστικό. Πού να συγκριθεί με τις πολυτελείς σύγχρονες βίλες στο κέντρο της πόλης. Έπρεπε να γκρεμιστεί, γιατί χαλούσε τη σύγχρονη, προοδευτική αισθητική, όπως υποστήριζαν οι αρμόδιοι αρχιτέκτονες, αλλά και συνασπισμένος ο κόσμος. 
Κάποτε το κτίριο αυτό, πριν από πολλά χρόνια μεσουρανούσε, αποτελούσε ένα αξιοθέατο για τον οποιονδήποτε επισκέπτη της χώρας, αλλά και για τους ντόπιους κατοίκους. Είχε χαραχτεί στη συνείδησή τους, ως το μέρος που ακτινοβολούσε πολιτισμό. Πράγματι, εντός του κτιρίου στεγαζόταν ένα υπέρλαμπρο μουσείο με αρχαιοελληνικά έργα τέχνης, υψηλής αισθητικής και αξίας, που δείκνυε τις καταβολές, τις ρίζες του ελληνικού πολιτισμού.
Περνώντας τα χρόνια το κτίριο πάλιωνε, χρειαζόταν επιδιορθώσεις και αναπαλαιώσεις. Έγιναν πολλές ανακαινίσεις και το κτίριο με όλο του τον πολιτιστικό θησαυρό ήταν εκεί, όρθιο και λαμπρό για να θυμίζει την ένδοξη ιστορία όλου του ελληνισμού.
Το κτίριο αυτό, εκτός από τον χώρο του μουσείου, περιείχε και τέσσερα διαμερίσματα, τα οποία κατοικούνταν. Οι ένοικοι, ήταν επιφορτισμένοι με την προσοχή του μουσειακού χώρου. Μεταξύ άλλων σε αυτό το κτίριο κατοικούσε η κ. Αρετή, η οποία εξέπεμπε ένα γνήσιο σεβασμό σε όποιον τη γνώριζε, με τον άνδρα της τον κ. Σοφό και τα δύο παιδιά τους, την Ελπίδα και τον Οιωνό. Στο δεύτερο διαμέρισμα κατοικούσε η κ. Δημοκρατία με τον άνδρα της, τον  κ. Πολιτισμό. Εξαίρετο ζευγάρι και αυτό διακρινόταν για τα δημοκρατικά τους αισθήματα,  το ήθος τους, την ευαισθησία για οποιοδήποτε πολιτιστικό και πολιτισμικό πλούτο. Καρπός του έγγαμου βίου τους ήταν η κόρη  τους Δικαιοσύνη, γαλουχημένη με αρχές και ιδανικά, τόσο δίκαιη ως προς τις αποφάσεις της που περιπαικτικά οι φίλοι της  είχαν βγάλει το παρατσούκλι Ακριβοδίκαιη. Πολλές φορές την καλούσε για παιχνίδι η καλή φίλη της, η Αιδώς, η οποία διέμενε στο 3ο διαμέρισμα και ήταν τόσο αυστηρή, όταν δε τηρούνταν οι κανόνες του παιχνιδιού, που τα υπόλοιπα παιδιά στο κοίταγμά της ντρεπόντουσαν και αμέσως ζητούσαν συγγνώμη. Η Αιδώς ήταν γέννημα θρέμμα του πατέρα της, του κ. Νόμου, ο οποίος ήταν αρμόδιος για τη μη παραβίαση της έννομης τάξης, και της μητέρας της, της κ. Ευθύνης, γνωστή στη γειτονιά για την εντιμότητα και την υπευθυνότητά της. Πλησίον, στο 4ο διαμέρισμα, διέμενε ο κ. Πνευματικός λόγος, εργένης, ίσως ολίγον τι παρεξηγημένος που επέλεξε να μην κάνει οικογένεια, αλλά τόσο πνευματώδης και σοφός, που όλη η γειτονιά είχε να λέει για την οξυδέρκεια και για τη μαεστρία στον χειρισμό της γλώσσας. Πολλές φορές, τα παιδιά των τριών οικογενειών τον επισκέπτονταν για να τους διδάξει μαθήματα ορθής χρήσης της γλώσσας και να τους μεταλαμπαδεύσει τις ακόρεστες γνώσεις που είχε αποκτήσει από το διάβασμα φιλοσοφικών βιβλίων. Η καλή γειτνίαση, όπως και η κοινή αγάπη τους για το μουσείο αποτελούσε το μυστικό των άριστων σχέσεων που είχαν οι ένοικοι των διαμερισμάτων.
Ο Οιωνός ωστόσο, δεν είχε καλό προαίσθημα, προβλέποντας ότι η αδιαφορία, όπως και η απομάκρυνση του κόσμου από την ιστορική παρακαταθήκη θα αποτελέσει τη δαμόκλειο σπάθη για τον πολιτισμό, τη γλώσσα,  τις αξίες, τα ιδανικά, για όλα αυτά που έκαναν τη σπουδαία κλασική φιλόλογο και ελληνίστρια, εξέχουσα προσωπικότητα στον χώρο των αρχαιοελληνικών σπουδών, Ζακλίν ντε Ρομιγί να διατυπώσει τα εξής: «Όλος ο κόσμος πρέπει να μάθει ελληνικά, γιατί η ελληνική γλώσσα μας βοηθά πρώτα από όλα να καταλάβουμε τη δική μας γλώσσας. Τα αρχαία είναι οι ρίζες της γλώσσας μας και πρέπει να τα φροντίζουμε, γιατί η γλώσσας μας τα έχει ανάγκη, όπως ακριβώς κάθε ζωντανός οργανισμός έχει ανάγκη από τις ρίζες του».

Ξαφνικά μία πρωία, από τις ανώτατες αρχές του τόπου αποφασίζεται το γκρέμισμα του κτιρίου (η αποκοπή δηλαδή από τις ρίζες μας). Η κατάρρευση του κτιρίου είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή έργων τέχνης απαράμιλλης πνευματικής και ιστορικής αξίας, που έπληξε το παγκόσμιο βεληνεκές, και συνάμα οδήγησε στον αφανισμό των κατοίκων του κτιρίου, δηλαδή της ΑΡΕΤΗΣ, του ΣΟΦΟΥ, της ΕΛΠΙΔΑΣ, του ΟΙΩΝΟΥ, της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, του ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, της ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣΗΣ, της ΑΙΔΟΥΣ, του ΝΟΜΟΥ, της ΕΥΘΥΝΗΣ, του ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ. Η υστεροφημία των προσώπων ήταν ότι απέμεινε από τον άδικο χαμό των θαμώνων του κτιρίου. Η ανθρωπότητα εκείνο το πρωί, που καλύτερα να μην ξημέρωνε, ξύπνησε φτωχότερη με ενοχικές συνειδήσεις να καταπνίγουν τον καθένα ξεχωριστά.

Η πνευματική αναγέννηση διανοούμενων - δοκιμιογράφων

Τόσο ο Παπανούτσος, όσο και ο Δ.Ν. Μαρωνίτης επεσήμαναν τη διδακτική διάσταση του δοκιμιακού λόγου. Το δοκίμιο θέτει σε λειτουργία τη σκέψη, δίνει ερεθίσματα για ενεργοποίηση της κριτικής ικανότητας, προκαλεί τον προβληματισμό του αναγνώστη. Είναι προϊόν στοχασμού, ωριμότητας, σφαιρικής και αποστασιοποιημένης προσέγγισης των πραγμάτων. Μακριά από δογματισμούς, με τη θεματική του πολυμέρεια και τη στοχευμένη διείσδυση στις ρίζες των προβλημάτων, προσπαθεί να καταγράψει την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων αναζητήσεων. Οι δύο κύριες κατηγορίες των δοκιμίων είναι τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά. Τα αντικειμενικά εκκινούνται από την προβληματική που αφορά επιστημονικά θέματα, ενώ τα υποκειμενικά αποτελούν πραγματείες ελεύθερου στοχασμού του συγγραφέα σε θέματα που σχετίζονται με την κοινωνία και τη ζωή. Το υποκειμενικό δοκίμιο συνδυάζει τη βαθύτητα του στοχασμού και την έκφραση της προφορικής ομιλίας, έχοντας μία χαλαρότητα στη δομή, εν αντιθέσει του αντικειμενικού, που επιτάσσει μία τυπικότερη και αυστηρότερη δομή.
Oι πνευματικοί ορίζοντες μακραίνουν, η σκέψη στροβιλίζεται, οι πνευματικές προεκτάσεις αναδιαμορφώνονται. Όπως λέει ο Παπανούτσος, τεχνίτης του είδους: «Το δοκίμιο δε δίνει λύσεις αλλά μας τροφοδοτεί με αρκετά στοιχεία, για να προχωρήσουμε μόνοι σ’ αυτές, όπως εμείς θα τις διανοηθούμε. Δεν μας υποδουλώνει τη σκέψη, δεν μας νεκρώνει τη φαντασία… είναι παρορμητικό είδος πνευματικής κινήσεως και ζωής». Η αφορμή μπορεί να είναι ένα περιστατικό, ένα γεγονός, μία είδηση, μία σκέψη και ο δοκιμιογράφος ορμώμενος με τα πυρά των ανησυχιών του και της στοχαστικής του δεινότητας εξακοντίζει τον νου για να βρει τους συνδετικούς αρμούς που θα δομήσουν το συγγραφικό δημιούργημα. O Γεώργιος Θεοτοκάς το 1929 δημοσιεύει το δοκίμιο «Ελεύθερο Πνεύμα», ένα δριμύ κατηγορώ στην τελματώδη  πνευματική παραγωγή της Ελλάδας. Προκρίνει τον ελεύθερο στοχασμό και την πηγαία σκέψη σε μία εποχή, όπου επικρατεί η καθαρά επιστημονική σκέψη. Ως φορέα αυτής της αλλαγής βλέπει τη νέα γενιά ανθρώπων, οι οποίοι θα ξεφύγουν από την παγιωμένη και σε καλούπια βασισμένη λογοτεχνική παραγωγή και θα υπηρετήσουν μία απελευθερωμένη τέχνη. Παρακολουθεί τη γενιά του 1930 και θεωρεί ότι μπορεί να επιφέρει ένα κλίμα ανανέωσης στη λογοτεχνική παραγωγή του τόπου και ως εκ τούτου την ανανέωση του κόσμου, όπως και έγινε.
Η εύστοχη αντίληψη του δοκιμιογράφου - διανοούμενου, η υπό διαφορετικό πρίσμα θέαση των γεγονότων, ιδεών και σκέψεων που ο κοινός νους δε θα μπορούσε να συλλάβει, αποτελεί το αντίδοτο στη βαλτωμένη κοινωνία. Έχουμε ανάγκη από νέες ιδέες, νέες προτάσεις, νέα οπτική των πραγμάτων. Έμπλεος πηγαίας σκέψης, οξυδερκούς ματιάς, ανανεωτικής και αστείρευτης ευαισθησίας, ο ευσυνείδητος δοκιμιογράφος βρίσκεται στο πλάι του πονεμένου, του αδικημένου, αυτού που προσπαθεί να κρατηθεί από κάπου και να πατήσει γερά στα πόδια του, αλλά το κεκαλυμμένο δήθεν αναλγητικό, στην ουσία όμως, ανάλγητο όπως αποδεικνύεται πρόσωπο μιας κοινωνίας, που προσπαθεί να καθηλώσει κάθε προσπάθεια υγιούς προβληματισμού, ανόρθωσης του ηθικού, στροφής στη λογική, δε βρίσκει απόκριση. Δυστυχώς, κοινή πεποίθηση αποτελεί ότι πολλοί από τους σύγχρονους προβεβλημένους διανοούμενους - δοκιμιογράφους περνούν κάτω από τον πήχη των περιστάσεων, εφησυχασμένοι στη ματαιοδοξία τους, μείνανε και αυτοί προσκολλημένοι στους τύπους χάνοντας την ουσία, αν όχι έμμισθοι υπάλληλοι, τουλάχιστον υμνωδοί της εκάστοτε άρχουσας τάξης.
Δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι οι περισσότεροι σύγχρονοι προβεβλημένοι σε τηλεοπτικά πάνελ και στον έντυπο τύπο διανοούμενοι δεν οχύρωσαν, όπως όφειλαν την κοινωνία, αλλά και αυτοί με τις ενορχηστρωμένες, καθ’ υπαγόρευση πολλές φορές θέσεις τους, αποτέλεσαν τον οδοστρωτήρα για την έλευση της κρίσης που ακολούθησε. Όπως φαίνεται η εποχή διανοητών, όπως του Παπανούτσου, Σεφέρη και Ελύτη πέρασε ανεπιστρεπτί, βυθίζοντας στη πνευματική αγνωμοσύνη το έθνος μας. Αυτό στο οποίο ευελπιστούμε είναι μία «κίνηση» των άφθαρτων διανοούμενων, που βρίσκονται στο παρασκήνιο των πραγμάτων. Όπως διατύπωσε και ο νομπελίστας μας Οδυσσέας Ελύτης, πιο επίκαιρος από ποτέ: «Θέλει μελτέμι γερό, γεννημένο στην Τήνο που να έρθει με την ευχή της Παναγίας για να καθαρίσει τον τόπο από όλων των λογιών της γηραιάς Ευρώπης και της Τουρκιάς τα απομεινάρια». Η πνευματική αναγέννηση του τόπου μας αναζητά διακαώς τους εκφραστές της…

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

45 ΧΡΟΝΙΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΓΝΩΜΗ» ΩΣ ΣΤΥΛΟΒΑΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

                                  



Τον πρώτιστο λόγο στις δημοκρατικές κοινωνίες κατέχει η ελευθερία λόγου και έκφρασης. Ο κάθε πολίτης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα σκέψης και έκφρασης προφορικώς ή γραπτώς των ιδεών του. Απαράβατος όρος και ζωοτόκος για την ύπαρξη ενός δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ο σεβασμός της προσωπικής άποψης, η ανεκτικότητα ακόμα και στη διαφορετική γνώμη. Τοιουτοτρόπως αναπτύσσεται ένας εξευγενισμένος διάλογος, με ποικιλία επιχειρημάτων και θέσεων, ικανός να προάγει τη γνώση, να κατατροπώσει την πλάνη, να ενδυναμώσει την ελευθερία της σκέψης. Ο έντυπος τύπος υπήρξε ιστορικά πυλώνας στήριξης των δημοκρατικών αρχών, καθώς έδωσε την ευκαιρία στους πολίτες να έχουν πρόσβαση με μαζικό και οικονομικό τρόπο, σε ειδήσεις. Οι πολίτες, διαμέσου της ανάγνωσης εφημερίδων, ενημερώνονται για ποικίλα θέματα πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής, εκπαιδευτικής φύσεως. Η ελευθεροτυπία και η ελευθερία έκφρασης αποτελεί δείκτη για το πόσο δημοκρατική είναι μία κοινωνία, η δε χειραγώγηση του τύπου οδηγεί σε απολυταρχικά καθεστώτα. Γίνεται αντιληπτό ότι η έκδοση και κυκλοφορία εφημερίδων, οι οποίες διακατέχονται από πλουραλισμό, δεν αποκλείουν απόψεις και είναι ανοιχτές στην άσκηση κριτικής, συντελούν εν τέλει στην ενίσχυση της δημοκρατικής συνείδησης των πολιτών. Μία εφημερίδα, η οποία συγκεντρώνει τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, δεν είναι άλλη από την τοπική εφημερίδα της πόλης των Πατρών «Η ΓΝΩΜΗ» με ιδρυτή και εκδότη τον κ. Χρήστο Χριστόπουλο. Είμαι ευγνώμων που τα τρία τελευταία χρόνια είμαι μέλος της εφημερίδας ως τακτικός αρθρογράφος. Σαράντα πέντε χρόνια αδιάλειπτης και δυναμικής πορείας συνθέτουν τον βίο της εφημερίδας, με γνώμονα την αντικειμενική και πλουραλιστική ενημέρωση. Ιδιαίτερα στις τωρινές συνθήκες, όπου η χώρα μας βιώνει έναν Γολγοθά κοινωνικοπολιτικής δυστοκίας και ηθικής κατάπτωσης, είναι απαραίτητη όσο ποτέ η ουσιαστική πληροφόρηση. Εύχομαι από καρδίας, λοιπόν, η εφημερίδα να συνεχίσει το ταξίδι της στα τρικυμισμένα νερά της σύγχρονης εποχής με την ίδια αποφασιστικότητα και αγχίνοια, υπό τον έλεγχο του άξιου καπετάνιου της κ. Χρήστου Χριστόπουλου για πολλά χρόνια ακόμα.

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ν. Καζαντζάκης: Ένας περήφανος Κρητικός και γνήσιος Ουμανιστής



Ο άρτιος ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, που γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1883 και δάμασε τα κύματα της διανόησης που απλώνονταν από τις εκεί ακτές έως τις μακρινές θάλασσες της οικουμένης. Ο βίος και η πολιτεία του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια «Οδύσσεια». Η αγέρωχη κρητική λεβεντιά κοσμημένη με έναν γνήσιο ευρωπαϊκό κοσμοπολιτισμό αποτέλεσε το εύφορο υπόστρωμα για την πρόσληψη των μεγαλοφυών λογοτεχνικών δημιουργημάτων του. Σύμφωνα με τον Πολίτη (2009) το ογκώδες συγγραφικό έργο του είναι δύσκολο να αποτιμηθεί πλήρως και να ενταχθεί στη ροή της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αφού είναι ιδιότυπο και ακολουθεί μία προσωπική οδό, διανθισμένη με τις ευρωπαϊκές ιδέες και συγκεκριμένα τη Νιτσεϊκή φιλοσοφία περί υπερανθρώπου και απιστίας, όπως και την αντιλογοκρατική φιλοσοφία του Bergson, συνδιαλεγόμενη με τον πραγματισμό του William James. Ο κοσμοπολιτισμός του Καζαντζάκη διαμορφώνεται ανάγλυφα από τα πολλά ταξίδια του σε χώρες εντός και εκτός Ευρώπης. Επισκέπτεται μεταξύ του 1918 και 1933 την Ελβετία, τη Ρωσία,  τη Γαλλία, την Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα για να νοσηλευτεί το 1957 στη Γερμανία, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο πολυταξιδεμένος Καζαντζάκης και αναγνωρισμένος ανά τον κόσμο για το συγγραφικό έργο του δεν μπόρεσε να στεριώσει στην πατρίδα του. Τουναντίον πολεμήθηκε από την μετεμφυλιακή  Ελλάδα, ύπουλα, δεχόμενος χτυπήματα κάτω από τη μέση, στερούμενος την ευκαιρία να διεκδικήσει ένα βραβείο Νόμπελ, το οποίο άξιζε, προτείνοντας στη θέση του κάποιον άγνωστο κύριο Οικονόμου (Αρκουδέας, 2015). Σύμφωνα με τον Αρκουδέα (2015) το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη, αποτελεί και χαμένη ευκαιρία για την πολύπαθη Ελλάδα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων, μία  Ελλάδα, η οποία τρώει τα άξια παιδιά της και άρα στην ουσία δεν της άξιζε μία τόσο μεγάλη διάκριση, η οποία θα έστρεφε τα φώτα της παγκόσμιας κοινότητας πάνω της, που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το είχε τόσο ανάγκη, αλλά για ακόμη μία φορά τα υπερτροφικά εγώ εντός των τειχών επιθυμούσαν μία Ελλάδα αποδυναμωμένη, χωρίς διακρίσεις και τιμές, σκάβοντας τον λάκκο του Καζαντζάκη, έσκαβαν στην ουσία τον λάκκο της Ελλάδας. Για να καταλήξει ο Αρκουδέας γράφοντας: «Το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη ήταν ο θρίαμβος των μεθοδεύσεων ενός κράτους που είχε μάθει να ενεργεί με παρακρατικούς τρόπους… η ολόκληρη Ελλάδα είναι ένα χαμένο Νόμπελ».
Ο νεαρός Καζαντζάκης πρωτοεμφανίζεται στα Γράμματα το 1906 με τη νουβέλα «Ὄφις και Κρίνο», ακολουθεί  το δοκίμιο «Ἀρρώστια τοῦ αἰώνος», και το δράμα «Ξημερώνει» με ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, εντυπωσιάζοντας τη λογοτεχνική κριτική (Σταύρου, 1997). Ο νεανικός έρως για την πρώτη του γυναίκα Γαλατεία οδήγησε στο πρωτότυπο ερωτικό πεζό ποίημα «Ὄφις και Κρίνο», στο οποίο απουσιάζει το μέτρο και η ομοιοκαταληξία μεν (Μιράσγεζη, 1982), πλεονάζει δε η ερωτική μελωδία, πάνω στην οποία υφαίνεται το υφαντό αυτής της ποιητικής σύνθεσης, καθιστώντας το ως ερωτικό παιάνα, με τους δυο ερωτευμένους πρωταγωνιστές να πεθαίνουν σφιχταγκαλιασμένοι στο δωμάτιο και ένα φίδι να κρατά στο στόμα ένα μαραζωμένο τριαντάφυλλο. Η ορμητικότητα της νεανικότητας του συγγραφέως σε συνδυασμό με τις σπουδές του έχουν διαμορφώσει έναν αδαμάντινο χαρακτήρα, ο οποίος έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό κατεστημένο, περιδιαβαίνοντας τον πολιτισμό, τις μεταφυσικές και υπαρξιακές αγωνίες, έντονα επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Νίτσε, γράφοντας τη μελέτη «Ἀρρώστεια τοῦ αἰῶνος» (Μιράσγεζη, 1997). Εν συνεχεία το έργο του «Ξημερώνει» λαμβάνει έπαινο στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα. Σύμφωνα με την Μιράσγεζη (1997) ο έπαινος θεωρήθηκε  θρίαμβος  του δημοτικισμού, σε μία εποχή που μαινόταν η μάχη μεταξύ αυτού και της καθαρεύουσας. Ακολουθούν μια μεγάλη σειρά από λογοτεχνήματα, όπως το «Ἔως πότε», το «Φασγά», «Σπασμένες Ψυχές», «Πρωτομάστορας», το τελευταίο μάλιστα βραβεύτηκε στο Λυσσάνειο Διαγωνσιμό. Ακολούθησαν τα έμμετρα δράματα «Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης», «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», «Ὀδυσσέας», «Προμηθέας», «Κοῦρος», «Σόδομα και Γόμορα», «Κολόμβος», «Καποδίστριας», «Βούδας», και «Γιαγκ Τσέ». Τα έργα αυτά αν και λαμπρά δεν αποτέλεσαν την καταλυτική δύναμη για να αναγνωριστεί ως μεγάλος συγγραφέας ο Καζαντζάκης (Αλεξίου, Μπήαν, Γλυτζουρής, Τζιόβας & Παπανικολάου, 2006). Ακολούθησαν τα «Πεζά ποιήματα» για να φτάσουμε στα έργο της συγγραφικής ωριμότητάς του την «Ἀσκητική» το 1927 και από εκεί να περάσουμε στο έργο σταθμό, το οποίο συντάραξε τα λιμνάζοντα συγγραφικά απόνερα της εποχής του τη νέα «Ὁδύσσεια», μία πολυδαίδαλη και εκτενής ποιητική σύνθεση 33.333 στίχων, που επέκτεινε τα κατορθώματα και τις περιπέτειες του Ομηρικού Οδυσσέως (Πολίτης, 2009). Αναμφίβολα πρόκειται για ένα μεγαλόπνοο εγχείρημα, το οποίο έλαβε χώρα το διάστημα μεταξύ του 1925 και 1938. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια αφιέρωσε ο πολυμήχανος Καζαντζάκης, για να δημιουργήσει τη νέα Οδύσσεια του σύγχρονου ελληνισμού. Αρχικά το έργο του προσεγγίστηκε με δυσπιστία και δέχτηκε αρνητική κριτική από την εν Ελλάδι λογοτεχνική κριτική, προκαλώντας αίσθηση μόνον ο μεγάλος όγκος του. Το έργο του μεταφράστηκε στο εξωτερικό από τον Kimon Friar (αγγλικά) Gustev Concordi (γερμανικά) και από την Jaqueline Moetti (γαλλικά) (Mιράσγεζη, 1997), ολοκληρώνοντας με αυτό το υψηλό δημιούργημα ποιητικής σύλληψης την προσφορά του στην ελληνική ποίηση. Ο σύγχρονος Έλληνας Οδυσσέας απομακρύνεται συνειδητά από την Ιθάκη του, ταξιδεύει αναζητώντας άγνωστους μακρινούς κόσμους, δεικνύοντας την προσωπική προσπάθεια του συγγραφέως να εγκλωβίσει λογικά και να εξηγήσει τις υπαρξιακές αγωνίες της ανθρωπότητας, στην ουσία μέσω του ήρωα του περιπλανιέται με γνώμονα τη φιλοδοξία να αντιληφθεί την βαθύτερη ύπαρξη του όντος. Ο Καζαντζάκης βιώνει τον ρόλο του  ως πανανθρώπινος στοχαστής, ο οποίος επιδιώκει να πορευτεί μέσα από τα λογοτεχνικά έργα του στον δρόμο του Ιδεατού, επηρεασμένος  από τον Γαλλικό Διαφωτισμό (Αρκουδέας, 2015). Σύμφωνα με τον Πολίτη (2009) ο Καζαντζάκης επιδίδεται σε ένα συνεχή αγώνα για την επίτευξη της πλήρους ελευθερίας, ένας αγώνας με κέντρο βάρους την επίτευξη ενός πανανθρώπινου σύγχρονου έπους. H αίσθηση της υψηλής αποστολής του, την οποία νιώθει έντονη, τον αναγκάζει να μελετήσει αριστουργήματα της λογοτεχνίας, έτσι ώστε να έχει την πλήρη εποπτεία και να φέρει εις πέρας το χρέος του προς την ανθρωπότητα (Μario Vitti, 2008). Μετά από αυτό το έργο σταθμό στην ελληνική ποίηση στρέφεται στη σύνθεση μυθιστορημάτων, με τον «Βίος και Πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπά» να λαμβάνει βραβείο αρχικά στο Παρίσι το 1954 και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Ο Ζορμπάς είναι ένας χαρακτήρας απλοϊκός, κοινωνικός αμφισβητίας, επαναστάτης, απολίτιστος. Αξίες και ιδεατά δεν υπάρχουν για αυτόν, το μόνο που υπάρχει είναι το ένστικτο, το οποίο τον βοηθά στην επιβίωση. Ο Καζαντζάκης μαγεύεται από την πληθωρική προσωπικότητά του και καθίσταται στη συνείδηση του ως είδωλο ο Ζορμπάς. Επιθυμεί διακαώς να μοιάσει στον Δράκο – Ζορμπά, αυτόν τον οποίο του γέμισε με θροφή μέσα σε λίγους μήνες όπως λέει τη ψυχή του, κάτι το οποίο δεν κατάφεραν τα βιβλία και οι επιστήμες. Οι ιστορίες του Ζορμπά γοήτευαν τον ψυχισμό του συγγραφέα σε σημείο τέτοιο, ώστε να δηλώνει: «Αν άκουγα τη φωνή του, όχι τις φωνές του, την κραυγή του, η ζωή μου θα ‘χε πάρει πάρει αξία, θα ζούσα μ’ αίμα και σάρκα και κόκαλα, ότι τώρα χασισοπότικα στοχάζουμε και ενεργώ με χαρτί και καλαμάρι». Ακολουθούν τα έργα «Ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948),  «Καπετάν Μιχάλης», «Τελευταῖος Πειρασμός» (1951), «Φτωχούλης τοῦ Θεοῦ» (1953), «Αναφορά στό Γκρέκο». 
Ο συγγραφέας Καζαντζάκης αποτελεί ένα λαμπρό Φάρο για την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή και για τον ελληνισμό γενικότερα, αφού κατάφερε να αναδείξει μέσα από την Οδύσσειά του κυρίως, αυτό που αποκαλούμε διαχρονία του ελληνισμού ανά τους αιώνες, δηλώνοντας τρόπω τινά ότι η ελληνική ψυχή είναι παρούσα στην παγκόσμια κοινωνία. Ο ρόλος του, ως εθνικού ποιητή βάρδου μπορεί να μην έλαβε τη δέουσα προσοχή στα χρόνια της ζωής του, αλλά εκτιμήθηκε κατά πολύ περισσότερο μετά τον θάνατό του. Η ακατάπαυστη εργατικότητα, η πληθωρική φαντασία του σε συνδυασμό με το ταλέντο του, αποτέλεσαν τις «πρώτες ύλες» με τις οποίες δομούσε τα έργα του (Μιράσγεζη,  1982). Το τέλος της ζωής του ήρθε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 στο Φράιμπουργκ, επιτάσσοντας τον νόστο στην αγαπημένη του πατρίδα την Κρήτη, τελευταίο και αιώνιο κοιμητήρι της μνήμης του (Μιράσγεζη, 1982). Η σωρός του μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο, όπου έλαβε χώρα το λαϊκό προσκύνημα προς το πρόσωπό του, καθιστώντας την επικήδειο ακολουθία τόσο ευκλεή, όπως άρμοζε σε έναν γενναίο υπερασπιστή διαχρονικών αξιών της ανθρωπότητας. Ελεύθερος καθώς ήταν, έτσι πορεύτηκε και στην τελευταία κατοικία του επιθυμώντας να αναγράφεται στο μνήμα του: «Δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος».



Βιβλιογραφία:
Πολίτης, Λ. (2009). Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Vitti, M.  (2008). Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας.
Αρκουδέας, Κ. (2015). Το χαμένο Νόμπελ. Μία αληθινή ιστορία. Αθήνα: Καστανιώτης.
Μιράσγεζη, Μ. (1982).  Νεοελληνική Λογοτεχνία. Αθήνα.

Σταύρου, Π. (1997). Χρονολόγιο της ζωής και του έργου του, Καθημερινή Επτά ημέρες, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997.
Στυλιανός Αλεξίου, Πήτερ Μπήαν, Αντώνης Γλυτζουρής, Δημήτρης Τζιόβας, Δημήτρης Παπανικολάου, (2006). Νίκος Καζαντζάκης: Το έργο και η πρόσληψή του. Ηράκλειο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας.