Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία της Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεωρία της Λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Ν. Καζαντζάκης: Ένας περήφανος Κρητικός και γνήσιος Ουμανιστής



Ο άρτιος ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, που γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1883 και δάμασε τα κύματα της διανόησης που απλώνονταν από τις εκεί ακτές έως τις μακρινές θάλασσες της οικουμένης. Ο βίος και η πολιτεία του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια «Οδύσσεια». Η αγέρωχη κρητική λεβεντιά κοσμημένη με έναν γνήσιο ευρωπαϊκό κοσμοπολιτισμό αποτέλεσε το εύφορο υπόστρωμα για την πρόσληψη των μεγαλοφυών λογοτεχνικών δημιουργημάτων του. Σύμφωνα με τον Πολίτη (2009) το ογκώδες συγγραφικό έργο του είναι δύσκολο να αποτιμηθεί πλήρως και να ενταχθεί στη ροή της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αφού είναι ιδιότυπο και ακολουθεί μία προσωπική οδό, διανθισμένη με τις ευρωπαϊκές ιδέες και συγκεκριμένα τη Νιτσεϊκή φιλοσοφία περί υπερανθρώπου και απιστίας, όπως και την αντιλογοκρατική φιλοσοφία του Bergson, συνδιαλεγόμενη με τον πραγματισμό του William James. Ο κοσμοπολιτισμός του Καζαντζάκη διαμορφώνεται ανάγλυφα από τα πολλά ταξίδια του σε χώρες εντός και εκτός Ευρώπης. Επισκέπτεται μεταξύ του 1918 και 1933 την Ελβετία, τη Ρωσία,  τη Γαλλία, την Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα για να νοσηλευτεί το 1957 στη Γερμανία, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο πολυταξιδεμένος Καζαντζάκης και αναγνωρισμένος ανά τον κόσμο για το συγγραφικό έργο του δεν μπόρεσε να στεριώσει στην πατρίδα του. Τουναντίον πολεμήθηκε από την μετεμφυλιακή  Ελλάδα, ύπουλα, δεχόμενος χτυπήματα κάτω από τη μέση, στερούμενος την ευκαιρία να διεκδικήσει ένα βραβείο Νόμπελ, το οποίο άξιζε, προτείνοντας στη θέση του κάποιον άγνωστο κύριο Οικονόμου (Αρκουδέας, 2015). Σύμφωνα με τον Αρκουδέα (2015) το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη, αποτελεί και χαμένη ευκαιρία για την πολύπαθη Ελλάδα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων, μία  Ελλάδα, η οποία τρώει τα άξια παιδιά της και άρα στην ουσία δεν της άξιζε μία τόσο μεγάλη διάκριση, η οποία θα έστρεφε τα φώτα της παγκόσμιας κοινότητας πάνω της, που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το είχε τόσο ανάγκη, αλλά για ακόμη μία φορά τα υπερτροφικά εγώ εντός των τειχών επιθυμούσαν μία Ελλάδα αποδυναμωμένη, χωρίς διακρίσεις και τιμές, σκάβοντας τον λάκκο του Καζαντζάκη, έσκαβαν στην ουσία τον λάκκο της Ελλάδας. Για να καταλήξει ο Αρκουδέας γράφοντας: «Το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη ήταν ο θρίαμβος των μεθοδεύσεων ενός κράτους που είχε μάθει να ενεργεί με παρακρατικούς τρόπους… η ολόκληρη Ελλάδα είναι ένα χαμένο Νόμπελ».
Ο νεαρός Καζαντζάκης πρωτοεμφανίζεται στα Γράμματα το 1906 με τη νουβέλα «Ὄφις και Κρίνο», ακολουθεί  το δοκίμιο «Ἀρρώστια τοῦ αἰώνος», και το δράμα «Ξημερώνει» με ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, εντυπωσιάζοντας τη λογοτεχνική κριτική (Σταύρου, 1997). Ο νεανικός έρως για την πρώτη του γυναίκα Γαλατεία οδήγησε στο πρωτότυπο ερωτικό πεζό ποίημα «Ὄφις και Κρίνο», στο οποίο απουσιάζει το μέτρο και η ομοιοκαταληξία μεν (Μιράσγεζη, 1982), πλεονάζει δε η ερωτική μελωδία, πάνω στην οποία υφαίνεται το υφαντό αυτής της ποιητικής σύνθεσης, καθιστώντας το ως ερωτικό παιάνα, με τους δυο ερωτευμένους πρωταγωνιστές να πεθαίνουν σφιχταγκαλιασμένοι στο δωμάτιο και ένα φίδι να κρατά στο στόμα ένα μαραζωμένο τριαντάφυλλο. Η ορμητικότητα της νεανικότητας του συγγραφέως σε συνδυασμό με τις σπουδές του έχουν διαμορφώσει έναν αδαμάντινο χαρακτήρα, ο οποίος έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό κατεστημένο, περιδιαβαίνοντας τον πολιτισμό, τις μεταφυσικές και υπαρξιακές αγωνίες, έντονα επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Νίτσε, γράφοντας τη μελέτη «Ἀρρώστεια τοῦ αἰῶνος» (Μιράσγεζη, 1997). Εν συνεχεία το έργο του «Ξημερώνει» λαμβάνει έπαινο στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα. Σύμφωνα με την Μιράσγεζη (1997) ο έπαινος θεωρήθηκε  θρίαμβος  του δημοτικισμού, σε μία εποχή που μαινόταν η μάχη μεταξύ αυτού και της καθαρεύουσας. Ακολουθούν μια μεγάλη σειρά από λογοτεχνήματα, όπως το «Ἔως πότε», το «Φασγά», «Σπασμένες Ψυχές», «Πρωτομάστορας», το τελευταίο μάλιστα βραβεύτηκε στο Λυσσάνειο Διαγωνσιμό. Ακολούθησαν τα έμμετρα δράματα «Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης», «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», «Ὀδυσσέας», «Προμηθέας», «Κοῦρος», «Σόδομα και Γόμορα», «Κολόμβος», «Καποδίστριας», «Βούδας», και «Γιαγκ Τσέ». Τα έργα αυτά αν και λαμπρά δεν αποτέλεσαν την καταλυτική δύναμη για να αναγνωριστεί ως μεγάλος συγγραφέας ο Καζαντζάκης (Αλεξίου, Μπήαν, Γλυτζουρής, Τζιόβας & Παπανικολάου, 2006). Ακολούθησαν τα «Πεζά ποιήματα» για να φτάσουμε στα έργο της συγγραφικής ωριμότητάς του την «Ἀσκητική» το 1927 και από εκεί να περάσουμε στο έργο σταθμό, το οποίο συντάραξε τα λιμνάζοντα συγγραφικά απόνερα της εποχής του τη νέα «Ὁδύσσεια», μία πολυδαίδαλη και εκτενής ποιητική σύνθεση 33.333 στίχων, που επέκτεινε τα κατορθώματα και τις περιπέτειες του Ομηρικού Οδυσσέως (Πολίτης, 2009). Αναμφίβολα πρόκειται για ένα μεγαλόπνοο εγχείρημα, το οποίο έλαβε χώρα το διάστημα μεταξύ του 1925 και 1938. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια αφιέρωσε ο πολυμήχανος Καζαντζάκης, για να δημιουργήσει τη νέα Οδύσσεια του σύγχρονου ελληνισμού. Αρχικά το έργο του προσεγγίστηκε με δυσπιστία και δέχτηκε αρνητική κριτική από την εν Ελλάδι λογοτεχνική κριτική, προκαλώντας αίσθηση μόνον ο μεγάλος όγκος του. Το έργο του μεταφράστηκε στο εξωτερικό από τον Kimon Friar (αγγλικά) Gustev Concordi (γερμανικά) και από την Jaqueline Moetti (γαλλικά) (Mιράσγεζη, 1997), ολοκληρώνοντας με αυτό το υψηλό δημιούργημα ποιητικής σύλληψης την προσφορά του στην ελληνική ποίηση. Ο σύγχρονος Έλληνας Οδυσσέας απομακρύνεται συνειδητά από την Ιθάκη του, ταξιδεύει αναζητώντας άγνωστους μακρινούς κόσμους, δεικνύοντας την προσωπική προσπάθεια του συγγραφέως να εγκλωβίσει λογικά και να εξηγήσει τις υπαρξιακές αγωνίες της ανθρωπότητας, στην ουσία μέσω του ήρωα του περιπλανιέται με γνώμονα τη φιλοδοξία να αντιληφθεί την βαθύτερη ύπαρξη του όντος. Ο Καζαντζάκης βιώνει τον ρόλο του  ως πανανθρώπινος στοχαστής, ο οποίος επιδιώκει να πορευτεί μέσα από τα λογοτεχνικά έργα του στον δρόμο του Ιδεατού, επηρεασμένος  από τον Γαλλικό Διαφωτισμό (Αρκουδέας, 2015). Σύμφωνα με τον Πολίτη (2009) ο Καζαντζάκης επιδίδεται σε ένα συνεχή αγώνα για την επίτευξη της πλήρους ελευθερίας, ένας αγώνας με κέντρο βάρους την επίτευξη ενός πανανθρώπινου σύγχρονου έπους. H αίσθηση της υψηλής αποστολής του, την οποία νιώθει έντονη, τον αναγκάζει να μελετήσει αριστουργήματα της λογοτεχνίας, έτσι ώστε να έχει την πλήρη εποπτεία και να φέρει εις πέρας το χρέος του προς την ανθρωπότητα (Μario Vitti, 2008). Μετά από αυτό το έργο σταθμό στην ελληνική ποίηση στρέφεται στη σύνθεση μυθιστορημάτων, με τον «Βίος και Πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπά» να λαμβάνει βραβείο αρχικά στο Παρίσι το 1954 και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Ο Ζορμπάς είναι ένας χαρακτήρας απλοϊκός, κοινωνικός αμφισβητίας, επαναστάτης, απολίτιστος. Αξίες και ιδεατά δεν υπάρχουν για αυτόν, το μόνο που υπάρχει είναι το ένστικτο, το οποίο τον βοηθά στην επιβίωση. Ο Καζαντζάκης μαγεύεται από την πληθωρική προσωπικότητά του και καθίσταται στη συνείδηση του ως είδωλο ο Ζορμπάς. Επιθυμεί διακαώς να μοιάσει στον Δράκο – Ζορμπά, αυτόν τον οποίο του γέμισε με θροφή μέσα σε λίγους μήνες όπως λέει τη ψυχή του, κάτι το οποίο δεν κατάφεραν τα βιβλία και οι επιστήμες. Οι ιστορίες του Ζορμπά γοήτευαν τον ψυχισμό του συγγραφέα σε σημείο τέτοιο, ώστε να δηλώνει: «Αν άκουγα τη φωνή του, όχι τις φωνές του, την κραυγή του, η ζωή μου θα ‘χε πάρει πάρει αξία, θα ζούσα μ’ αίμα και σάρκα και κόκαλα, ότι τώρα χασισοπότικα στοχάζουμε και ενεργώ με χαρτί και καλαμάρι». Ακολουθούν τα έργα «Ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948),  «Καπετάν Μιχάλης», «Τελευταῖος Πειρασμός» (1951), «Φτωχούλης τοῦ Θεοῦ» (1953), «Αναφορά στό Γκρέκο». 
Ο συγγραφέας Καζαντζάκης αποτελεί ένα λαμπρό Φάρο για την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή και για τον ελληνισμό γενικότερα, αφού κατάφερε να αναδείξει μέσα από την Οδύσσειά του κυρίως, αυτό που αποκαλούμε διαχρονία του ελληνισμού ανά τους αιώνες, δηλώνοντας τρόπω τινά ότι η ελληνική ψυχή είναι παρούσα στην παγκόσμια κοινωνία. Ο ρόλος του, ως εθνικού ποιητή βάρδου μπορεί να μην έλαβε τη δέουσα προσοχή στα χρόνια της ζωής του, αλλά εκτιμήθηκε κατά πολύ περισσότερο μετά τον θάνατό του. Η ακατάπαυστη εργατικότητα, η πληθωρική φαντασία του σε συνδυασμό με το ταλέντο του, αποτέλεσαν τις «πρώτες ύλες» με τις οποίες δομούσε τα έργα του (Μιράσγεζη,  1982). Το τέλος της ζωής του ήρθε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 στο Φράιμπουργκ, επιτάσσοντας τον νόστο στην αγαπημένη του πατρίδα την Κρήτη, τελευταίο και αιώνιο κοιμητήρι της μνήμης του (Μιράσγεζη, 1982). Η σωρός του μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο, όπου έλαβε χώρα το λαϊκό προσκύνημα προς το πρόσωπό του, καθιστώντας την επικήδειο ακολουθία τόσο ευκλεή, όπως άρμοζε σε έναν γενναίο υπερασπιστή διαχρονικών αξιών της ανθρωπότητας. Ελεύθερος καθώς ήταν, έτσι πορεύτηκε και στην τελευταία κατοικία του επιθυμώντας να αναγράφεται στο μνήμα του: «Δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος».



Βιβλιογραφία:
Πολίτης, Λ. (2009). Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Vitti, M.  (2008). Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας.
Αρκουδέας, Κ. (2015). Το χαμένο Νόμπελ. Μία αληθινή ιστορία. Αθήνα: Καστανιώτης.
Μιράσγεζη, Μ. (1982).  Νεοελληνική Λογοτεχνία. Αθήνα.

Σταύρου, Π. (1997). Χρονολόγιο της ζωής και του έργου του, Καθημερινή Επτά ημέρες, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997.
Στυλιανός Αλεξίου, Πήτερ Μπήαν, Αντώνης Γλυτζουρής, Δημήτρης Τζιόβας, Δημήτρης Παπανικολάου, (2006). Νίκος Καζαντζάκης: Το έργο και η πρόσληψή του. Ηράκλειο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Wolfang Iser - Goldmann, L (Αναγνωστικές θεωρίες)

Στο δοκίμιο του Wolfang Iser "H αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη" το λογοτεχνικό έργο διαβάζεται από τον καλλιτεχνική και αισθητική πλευρά. Η αλληλεπίδραση μεταξύ υποκειμενικής θέασης του αναγνώστη και του κειμένου του συγγραφέα θα προσδιοριστεί υπό το φάσμα της Σχολής του Tavistrock, με σκοπό να γίνει σαφέστερη. Ο Laing υποστηρίζει ότι οι διαμορφωμένες απόψεις δεν είναι ξεκάθαρες, όντας απότοκο προσωπικής ερμηνείας. Τοιουτοτρόπως δρούμε πιστεύοντας ότι γνωρίζουμε την εμπειρία που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπό μας. Η ερμηνευτική διαδικασία γεννά την δυαδική αλληλεπίδραση. Το πλαίσιο αναφοράς μεταξύ κειμένου - αναγνώστη καθορίζεται από διάσπαρτους στο κείμενο κώδικες. Η μη ύπαρξη κοινής εμπειρίας και απροσδιοριστίας λειτουργεί βοηθητικά την επικοινωνιακή ποικιλότητα. Η Virginia Woolf υποστηρίζει ότι η λογοτεχνία ρυθμίζεται από την επικοινωνία μεταξύ ρητού και υπόρρητου. Κάθε κενό προβάλλεται ως η σταθερά, ένας αθέατος αρμός που στο σύνολό τους δομούν ένα κείμενο. Κατά την ανάγνωση το κενό δίνει τη δυνατότητα να συνθέσει ο αναγνώστης την ιστορία  μεταξύ αφηγητή, προσώπων, πλοκής, λειτουργώντας το ένα ως καθρέπτης του άλλου. Από την άλλη τα διάκενα στρέφονται στον αισθητικό πόλο του κειμένου. Τα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν ένα κανονιστικό πρότυπο δομούνται βάση μιας αρχής, ωστόσο, το κανονιστικό πρότυπο μπορεί να συντελέσει στον περιορισμό της ανθρώπινης φύσης. Έτσι εμφανίζεται το αισθητικό αντικείμενο, η οπτική γωνία του αναγνώστη. Χαρακτηριστικά ως προς την θέαση του αναγνώστη είναι ο αυθορμητισμός, σύνεση και επιφύλαξη. Η οπτική μετατρέπεται από το διάκενο σε δομή, υποβαστάζοντας την αλληλεπίδραση κειμένου και αναγνώστη σε σταθερή βάση. Συμπερασματικά το κενό ενέχει ρόλο ενορχηστρωτή στο κείμενο, καθοδηγώντας την συνθετική ικανότητα του αναγνώστη. Το πεδίο αναφοράς ,λοιπόν, που οργανώνεται από τον αναγνώστη φέρει κενό που καλύπτεται από την δομή του θέματος κι το διάκενο που προκύπτει, καλύπτεται με το αισθητικό αποτέλεσμα. Το κενό που μετατοπίζεται ευθύνεται για την συνεχή μετάβαση σε διαφορετικές εικόνες κατά την ανάγνωση, ορίζοντας τον αναγνώστη ως νοηματοδότη.
Από την αντίπερα όχθη ο Goldmann, L. με στο έργο του "Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος" αναφέρεται στην κοινωνιολογία του έργου και εισαγάγει τον γενετικό δομισμό. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κρύβονται πίσω από το παραχθέν έργο. Η επιρροή από Μαρξισμό και Ψυχανάλυση είναι εμφανής. Το συλλογικό υποκείμενο κι η δομική συνείδηση συντέλεσαν στην ανάπτυξη λογοτεχνικών και κοινωνιολογικών μελετών.  Ο γενετικός δομισμός εξετάζει τον τρόπο δημιουργίας και της ερμηνείας του λογοτεχνικού έργου, βασιζόμενος σε νοητικές και κοινωνικές δομές, βλέποντας τον συγγραφέα ως δημιουργό του φανταστικού κόσμου του έργου. Η συνεχής και εξελισσόμενη δόμηση σχετίζεται αναλογικά με την πεποίθηση ότι η ερμηνεία του έργου είναι εφικτή μόνον και αν το επανατοποθετήσουμε στην εποχή του και στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Στην ουσία συντελείται ένα πέρασμα από την ατομική στη συλλογική συνείδηση, δημιουργώντας συνοχή. Κατά τον Goldman έχουμε ενεργητικούς αναγνώστες (συνδέουν το λογοτεχνικό έργο με το ιστορικό πλαίσιο) και τους παθητικούς που δέχονται το μήνυμα χωρίς επεξεργασία. Εν συνεχεία εξετάζεται η έννοια της κοσμοθεωρίας, η οποία αποτελεί καθρέπτη του συγγραφέα και είχε ως στόχο την πλήρη κατανόηση της αλήθειας. Ο συγγραφέας λοιπόν αποτελεί έναν εκφραστή της συλλογικής συνείδησης , αφού το συλλογικό υποκείμενο παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Από την άλλη η κοινωνιολογική μελέτη μεγάλων έργων πολιτισμού καταργεί παρωχημένους αναγκαίους δεσμούς, δημιουργώντας νέους, που είναι ευκολότεροι στην αποσαφήνιση. Η κοινωνιολογία περιεχομένων είναι περισσότερο ουσιαστική, σχετικά με την εξέταση έργων μέσου επιπέδου, αφού παρατηρεί μία αντανάκλαση της συλλογικής συνείδησης, ενώ η γενική δομική κοινωνιολογία, καθώς επικεντρώνεται στην συνειδητοποίηση των μελών της ομάδας, όσων έπρατταν και σκέπτονταν, χωρίς να γνωρίζουν την σημασία του έργου αντικειμενικά, μελετά λογοτεχνικά έργα παγκόσμιου βεληνεκούς. Το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνιολογικής έρευνας κάθε δομικού τύπου αποτελεί η άμεση οριοθέτηση των εμπειρικών δεδομένων.

Βιβλιογραφία:

Goldmann, L. Για μια κοινωνιολογία του μυθιστορήματος. Μτφρ. Ε. Βέλτσου-Π. Ρυλμόν. Αθήνα: Πλέθρον, 1979.

Isser, W. H αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστ.Mτφρ. Κ. Αθανασίου-Φ. Σιατίστας. Αθήνα:Νήσος, 2000

Rosenblant - Holland (Aναγνωστικές θεωρίες)

Η L.M Rosenblant είναι η εισηγήτρια της συναλλακτικής θεωρίας. Η ανάγνωση αποτελεί μία συναπάντηση (έκκληση) κειμένου και αναγνώστη. Η συνεύρεση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη γέννηση της αντίδρασης του αναγνώστη. Διαμέσου δηλαδή της επαφής του με τις κειμενικές ενδείξεις (γλώσσα , συνειρμοί, θεματική πλοκή) αναδύονται στοιχεία των βιωμάτων του αναγνώστη. Το κείμενο έχει ρόλο ενός προσχέδιου, αφού πλάθει προσδοκίες και υποθέσεις στον αναγνώστη. Σε επόμενο στάδιο το κείμενο αναπλάθεται από τον αναγνώστη βιωματικά. Επομένως η συναλλακτική θεωρία αναφέρεται στον υποκειμενικό ρόλο του αναγνώστη, να μπορεί να διαβάζει το κείμενο υπό το πρίσμα που ο ίδιος θα επιλέξει. Μία βασική διάκριση κατά την Rosenblant όσον αφορά την ανάγνωση είναι αισθητική είτε μη αισθητική. Η μη αισθητική αναγνωστική θεωρία επικεντρώνεται στην πρακτική αξιοποίηση του κειμένου (στρέφεται προς την πληροφόρηση) ενώ η αισθητική στρέφεται στην αισθητική αποκωδικοποίηση του κειμένου με βάση δηλαδή τα συναισθήματα που γεννούν τα λεκτικά σύμβολα στον αναγνώστη. Αξιοποιεί επίσης την φαντασία του, συνδέοντας την βιωματική εμπειρία με το κείμενο. Η συναλλακτική, λοιπόν, αισθητική ανάγνωση δημιουργεί το έδαφος για να βιώσει ο αναγνώστης το έργο την στιγμή που το διαβάζει με βάση πάντα τις προγενέστερες εμπειρίες του, αλλά και την φαντασία. Άρα θα μπορούσαμε να αποφανθούμε και για την σημαντική λειτουργία της συναλλακτικής θεωρίας, όσον αφορά την διδασκαλία λογοτεχνικών κειμένων, αφού τοιουτοτρόπως ο μαθητής θα αγαπήσει πραγματικά τα μαθήματα της λογοτεχνίας, καθιστώντας ισότιμη και ισάξια την επικοινωνία μαθητή- καθηγητή. Ο μαθητής διαβάζει με την προσωπική του οπτική το κείμενο.

Ο Norman Holland επικεντρώνεται στο θέμα της ταυτότητας και της συναλλακτικής αναγνωστικής θεωρίας. Αυτός εισήγαγε τον ψυχολογικό παράγοντα στην αποκωδικοποίηση ή την ερμηνεία του λογοτεχνικού έργου. Ο κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται το κείμενο, σύμφωνα με το «εγώ», τις προσωπικές του ψυχολογικές διαδικασίες. Ο αναγνώστης διαδραματίζει έναν ρόλο ηθοποιού, αφού για να εντοπίσει την ενότητα του κειμένου καλείται να υποδυθεί ρόλους παραπλήσιους του εαυτού του με άλλα λόγια να επεξηγήσει την ροή της ιστορίας του κειμένου θέτοντας τον εαυτό του ως πρωταγωνιστή- αναδημιουργό του κειμένου. Για τον Holland η έννοια της ταυτότητας έχει κεντρική θέση στο οικοδόμημα της θεωρίας του. Γι΄αυτόν ταυτότητα σημαίνει ο τρόπος, η οπτική του κάθε ατόμου για την πραγματικότητα. Άρα η πραγματικότητα του κάθε ανθρώπου κρύβει μία ατομική προσέγγιση. Το ίδιο ισχυρίζεται ότι συμβαίνει και στη σχέση του κάθε αναγνώστη με το λογοτεχνικό κείμενο. Ο αναγνώστης αναδημιουργεί την ταυτότητά του κατά την ανάγνωση . Οι μηχανισμοί που ενεργοποιούν την αναδημιουργία της ταυτότητας είναι οι προσδοκίες, άμυνες, φαντασιώσεις, μετασχηματισμούς.

Βιβλιογραφία:
Holland, N, (1989), Reading Readers Reading, Cooper Charles (ed) Reasearching Response to Literature and the teaching of Literature Points of Departure, New Jersey: Ablex.

Rosenblant, L.M. (1989) The Transanctional Theory of Literary Work: Implication for Reasearch Literature Points of Departures, New Jersey: Ablex.