Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκπαίδευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Η ΕΛΠΙΔΑ ΙΔΩΜΕΝΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ


Σπείραμε ανέμους, τώρα θερίζουμε θύελλες. «Μα πού να στηριχθούμε;» αναρωτιούνται με παράπονο και με μία επικάλυψη οργής οι νέοι μαθητές για την κοινωνία που τους παραδίδουμε. Τους δίδαξε, άραγε, κάποιος Δάσκαλος τη δυνατότητα να σταθούν στα πόδια τους ή φρόντισε να τους εφησυχάσει λέγοντάς τους πως γι' αυτό τον λόγο υπάρχουν και οι πατερίτσες; Μπορεί, όμως, να βρέθηκε κάποιος στο διάβα της σχολικής τους ζωής, αλλά δυστυχώς ένας κούκος δε δύναται να φέρει
την άνοιξη.
Οι σκέψεις αυτές εκκινούν από ένα απαράδεκτο περιστατικό λεκτικής βίας που συνέβη κατά
καθηγήτριας από έναν μαθητή ΕΠΑΛ στη διάρκεια του μαθήματος. Μακάρι να αποτελούσε την εξαίρεση του κανόνα, αλλά δυστυχώς, με τέτοια φαινόμενα βίας, είτε λεκτικής είτε σωματικής, έρχονται σχεδόν καθημερινά αντιμέτωποι οι καθηγητές των δημοσίων σχολείων. Πού είναι ο σεβασμός προς το
λειτούργημα του Εκπαιδευτικού; Απαξιώθηκε κι αυτός, όπως όλες οι υψηλές αξίες! Ο σχολικός
εκφοβισμός μεταξύ μαθητών, ακόμη και επιθέσεις εναντίον καθηγητών αποτελεί μία κατάσταση για τηνοποία όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης.
Αρχικά η παρεχόμενη παιδεία, πιο αποστεωμένη και από ένα αδέσποτο ζώο που έχει έλλειψη
τροφής, επαίρεται για την περιβόητη κοινωνικοποίηση του μαθητή, την οποία εντέχνως την υποδαύλισε, ωθώντας τον νεαρό να μιλά για επανάσταση, ισοπέδωση θα συμπληρώναμε, μέχρι τη στιγμή που η ειδοποίηση από το istagram θα ηχήσει και δε βαριέσαι, έχουμε καιρό μπροστά μας για ανατροπές... η αλλαγή του κόσμου μπορεί να περιμένει. Η εξέγερση ταυτίστηκε με την έννοια του εικονικού σπασμού.
Σε συστράτευση τα προβαλλόμενα είδωλα από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, σπεύδουν να
τονώσουν την εγωπάθεια του επαναστατημένου νέου, λέγοντάς του ωμά ότι παληκαριά μπορεί να είναι και η απάτη, αρκεί να γίνει με έξυπνο τρόπο, ώστε να μη το καταλάβει κανείς. Η δε γονική συμβουλή μερικές φορές αποκλίνει από τη σωστή κατεύθυνση. Δεν ομιλούμε ασφαλώς για το σύνολο των γονέων, καθώς η πλειονότητα αυτών πασχίζει να μεταλαμπαδεύει αξίες και ιδανικά στα παιδιά για να βγουν στην κοινωνία, όντας ηθικοπνευματικά αρματωμένα.
Τι να πράξει όμως, ο μαθητής σε μία κοινωνία που τον τροφοδοτεί συνεχώς με αντιφάσεις;
Ξεχασμένη λέξη η αγάπη, δεν έχει θέση στο οπλοστάσιο αξιών της σύγχρονης εποχής· εκφυλίστηκε και αυτή σε χυδαίο έρωτα με τη στρεβλότητα. Η κοινωνία παίρνοντας τον ρόλο του καλού παιδαγωγού κραυγάζει πως ιδανικά και αξίες δεν υπάρχουν. Το παν είναι να είσαι νικητής! Και νικούν οι βάνδαλοι, αγνοώντας ότι είναι ήδη ηττημένοι εξού και ο κατήφορος της ανάπηρης κοινωνίας, μέσα σε μία φούσκα παραλογισμού και ξεδιαντροπιάς.
Ως αποτέλεσμα, πολλοί μαθητές μας ζουν κάτω από τον ίσκιο τους, δειλοί και φοβισμένοι,
κυνηγοί ενός καλύτερου κόσμου με ανήθικες προδιαγραφές και με μικρόπνοες προοπτικές. Και πώς να γίνει διαφορετικά, αφού η εργασία και η μελέτη αντικαταστάθηκε από τη φυγοπονία και την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια; Δεν αναφερόμαστε στο σύνολο των νέων, αλλά στο γενικό στίγμα της σημερινής εποχής. Μπορεί άραγε το κλίμα της γενικότερης απαξίωσης να αλλάξει;
Η απάντηση είναι ότι ο Εκπαιδευτικός οφείλει να εμπνέει!! Πρωταρχικά, ως αξιόλογος
παιδαγωγός να παρακινείται από την πηγαία του θέληση και το όραμά του να διαμορφώνει ανθρώπους εμφορούμενους με αξίες, ιδανικά, κριτική ικανότητα και όχι παθητικούς θεατές και δέκτες των γεγονότων. Η ηθικοπλαστική αναμόρφωση των μαθητών είναι το ζητούμενο για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Μόνον με σωστούς ανθρώπους που έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα μπορεί να ανελιχθεί μία κοινωνία. Εν τέλει ο προοδευτικός εκπαιδευτικός πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι μόνο μεταδότης γνώσεων, αλλά και πολιτικός αγωνιστής, καθώς και διαμορφωτής συνειδήσεων. Η δουλειά του δεν ολοκληρώνεται με τη διδασκαλία των μαθημάτων, αλλά συνεχίζεται με τη συμμετοχή και αφιέρωσή του στον αγώνα για την αποδοχή της διαφορετικότητας, της ισότητας και της εξάλειψης της κοινωνικής αδικίας.
Ο εκπαιδευτικός υποχρεούται να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους μαθητές και
μελλοντικούς δημοκρατικούς πολίτες της κοινωνίας. Δε νιώθει δέσμιος μπροστά στο κατεστημένο, δεν επιβάλλεται με απολυτότητα, αλλά σέβεται την ελευθερία της σκέψης, του φρονήματος των μαθητών, των συναδέλφων του, των συνανθρώπων του, προσπαθώντας με πράξεις να κρατήσει σταθερό το "πηδάλιο άξιών" για να έχει αίσιο τέλος το ταξίδι με συνοδοιπόρους τους μαθητές του προς κόσμους θεληματικούς.
Αδιαμφισβήτητα η ελπίδα ενυπάρχει στο γιατί του νεαρού μαθητή. Αυτό που απαιτείται είναι η
συνεργασία όλων των αρμόδιων φορέων και των γονιών, ώστε να πείσουν τον μαθητή ότι η αναμόρφωση είναι η λύση και όχι η ισοπέδωση!

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Προτεινόμενες προσεγγίσεις για τη διδακτική αξιοποίηση της Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της τάξης


Η αξιακή  ποιότητα της Λογοτεχνίας έγκειται στο γεγονός, ότι ασκεί καθοριστική επιρροή στη τρυφερή παιδική ηλικία των μαθητών, προσφέροντας τα απαραίτητα εφόδια για πολύπλευρη ανάπλαση της προσωπικότητας, κώδικα αξιών, κριτικό αναστοχασμό, σκεπτική αλληλουχία, πολιτισμική και πολιτιστική συνείδηση.
Η παραγωγική της προσφορά στο μαθητή είναι αναντίλεκτη, όμως ποιος είναι ο ορθός τρόπος διδασκαλίας αυτής;  Πως ο καθηγητής θα φέρει το νέο διαμέσoυ αυτής  σε στενή επαφή με τα πνευματικά δημιουργήματα και την ανθρώπινη πορεία στο διάβα των χρόνων, έτσι ώστε να αποκτά βιωματικές εμπειρίες εμμέσως, να διαπιστώνει και κατασκευάζει κρίσεις, υποθέσεις, σκεπτική αλληλουχία; 
Η συνδιαλογή του νέου με το Βιβλίο είθισται να είναι τυπική μένοντας σε αναγνωστικό επίπεδο και για αυτή την κατάσταση έχει καθοριστικές ευθύνες η εκπαιδευτική στόχευση σε συνάρτηση με την αδιαφορία των εκπαιδευτικών. Τουναντίον απαιτείται μία σχέση παραγωγική μεταξύ παιδιού - Βιβλίου, περνώντας στο επίπεδο της προσωπικής δημιουργίας, όπου ο νέος δύναται να αναπνεύσει ανθρωπιά, και εν τέλει να επανδρωθεί με «ηθικοπνευματική αρματωσιά». Για να φτάσουμε ,όμως, σε αυτό το αποτέλεσμα απαιτείται ο δάσκαλος- καθηγητής να πλησιάσει το λογοτεχνικό κείμενο με συνδυαστικό τρόπο, τόσο μέσω των ερμηνευτικών προσεγγίσεων, όσο και των υποκειμενικών - ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων. Σύμφωνα με τον Πολίτη (2015): «Τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις ενδιαφέρουν η φύση και οι δυνατότητες της ανάγνωσης ως ερμηνείας, ενώ οι υποκειμενικές-ψυχαναλυτικές δίνουν προτεραιότητα στο ατομικό και στο ιδιότυπο της αναγνωστικής εμπειρίας». Ο μαθητής αρχικά θα πρέπει να αγαπήσει την ανάγνωση και εν συνεχεία να αποκτήσει μία προσωπική αναγνωστική εμπειρία. Για να γίνει πράξη αυτό, ο καθηγητής οφείλει να προσεγγίσει το λογοτεχνικό κείμενο στην τάξη με βάση τις υποκειμενικές - ψυχαναλυτικές θεάσεις. Ο μαθητής τοιουτοτρόπως προσπαθεί, καθοδηγούμενος πάντα από τον καθηγητή- επόπτη, να αντιληφθεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο την ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου και να βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα, χωρίς να επηρεάζεται από τη νόρμα. Η ψυχαναλυτική - υποκειμενική αναγνωστική θεωρία ταυτίζεται με τις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες μάθησης που βλέπουν το δάσκαλο συνεργάτη του μαθητή  και το μαθητή συνδημιουργό της γνώσης. Ωστόσο, αυτό  προϋποθέτει και μία σχετική αναγνωστική εμπειρία, να έχει έρθει σε επαφή με ένα όγκο λογοτεχνικής παραγωγής για να μπορέσει να διατυπώσει προσωπικές γνώμες για ένα κείμενο. Εδώ έρχεται σε βοηθητικό επίπεδο η ερμηνευτική προσέγγιση, με στόχευση να διαπλάσει και να διαμορφώσει αναγνωστική κουλτούρα, εφόσον εστιάζει στη φύση και στις δυνατότητες της ανάγνωσης ως ερμηνεία, σε ένα κοινό πλαίσιο, το οποίο έχει ήδη διαμορφωθεί και δεν αλλάζει. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, τον σταθερό θεμέλιο λίθο που προκύπτει από την ερμηνευτική προσέγγιση του λογοτεχνήματος, ο καθηγητής θα πρέπει να συνεπικουρήσει στη δημιουργία και μιας προσωπικής από το μαθητή στοχευμένης ερμηνείας. Η καλλιέργεια της οποίας θα επιτευχθεί, με την θέαση του αναγνώστη ως αναδημιουργού, όπως έχει επισημάνει ο Ηοlland (2000). Στόχο κυρίαρχο, ωστόσο, αποτελεί η αγνή αγάπη του νέου για το βιβλίο, η προσωπική συναισθηματική συνδιαλογή του αναγνώστη-μαθητή με το κείμενο. Αυτή η στόχευση επιτυγχάνεται με την αισθητική ανάγνωση των λογοτεχνικών κειμένων από τους μαθητές. Ο μαθητής αποκτά βιωματικές εμπειρίες, χωρίς να είναι κυρίαρχες πάνω στο τρόπο αντίληψής του. Το απότοκο είναι μία ενεργητική συμμετοχή του αναγνώστη, το οποίο θεωρείται και ζητούμενο (Πολίτης, 2015).  

Συμπερασματικά, διατεινόμαστε ότι και οι δύο προαναφερθείσες τεχνικές προσέγγισης ως διδακτικές μέθοδοι είναι εξίσου σημαντικές, ως προς τη δημιουργία ενός μαθητή-αναγνώστη με αναπτυγμένη την κριτική ικανότητα και την απρόσκοπτη «ερωτική» επικοινωνία με το λογοτεχνικό δημιούργημα.

Βιβλιογραφία

Πολίτης, Δ. (2015). Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Τμήμα Παιδαγωγικών Σπουδών, σημειώσεις του μεταπτυχιακού μαθήματος (544): Θεωρία και Κριτική της λογοτεχνίας. Κύπρος: Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Holland, N. (2000). Η ανθρώπινη ταυτότητα. Στο Λεοντσίνη, Μ. (επιμ.) Όψεις της ανάγνωσης. Αθήνα: νήσος.

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης από τα παλιά




Αν όλα ήταν αλλιώς, αν ο κόσμος ήταν σπαρμένος με ροδοπέταλα, αν η άνοιξη δεν έκρυβε χειμώνες με χειμωνανθούς, αν γνωρίζαμε να προβλέπουμε το μέλλον και να αποφεύγουμε δυσχερείς καταστάσεις, αν ο κατατρεγμένος είχε στέγη, μία φωλιά για να κουρνιάσει και να αναπαυτεί από τις ταλαιπωρίες που του χάρισε σαν κατάρα η μοίρα του, αν όλοι οι άνθρωποι είχαν τις ίδιες ευκαιρίες στην παιδεία, γνώση, εκπαίδευση, ίσως να είχε άλλη όψη ο κόσμος μας. Αλλά, είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε ο κόσμος μας να ήταν διαφορετικός, ιδεατός, ή μας αρέσει έστω και από συνήθεια, από εγωισμό, από μοιρολατρία να βιώνουμε τις διαμορφωμένες καταστάσεις; Μήπως από πολέμιοι των δεινών της ανθρωπότητας καταλήξαμε ερωτευμένοι με αυτά και τα αποδεχτήκαμε με βουλιμία;  Όλοι μας επιθυμούμε, τουλάχιστον η πλειονότητα, έναν δίκαιο βίο, μέχρι εκεί όμως, που δεν καταπατούνται και δε θίγονται τα κεκτημένα μας, μέχρι εκεί, όπου η ευτυχία των άλλων δεν ξεπερνά τη δική μας, μέχρι το σημείο που όλοι ποθήσαμε τις ίσες ευκαιρίες αλλά προτιμήσαμε τις άνισες, όταν αντικρίσαμε τον ματαιόδοξο κίνδυνο να απειλούνται τα συμφέροντά μας από τα αδύναμα οικονομικά στρώματα, από τους μετανάστες, από πλειονότητες στα όρια της φτώχειας και κάτω από αυτές που αποζητούν μία έντιμη κι αξιοπρεπή ζωή, όντας ακόλουθοι της απληστίας και της καταναλωτικής μανίας μας, αρνηθήκαμε έναν δίκαιο βίο.
«Πολιτεία που δεν έχει ως βάση την παιδεία είναι σαν οικοδομή πάνω στην άμμο» (Αδαμάντιος Κοραής). Η αναζήτηση μιας εφαρμοσμένης με όραμα και σαφές περιεχόμενο εκπαιδευτικής πολιτικής, χωρίς εντούτοις να αποστρέφεται τη φαντασία και τη δημιουργικότητα του εκπαιδευτικού, είναι το ζητούμενο για την ελληνική πραγματικότητα. Θα πρέπει να τονιστεί ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα και οι παιδαγωγικές προσεγγίσεις των χωρών ανά τον κόσμο, διαφοροποιούνται ανάλογα με τη φιλοσοφία και με τους πόρους κάθε κοινωνίας. Η επιστημονική εκπαιδευτική κοινότητα διαμέσου της εκπαιδευτικής έρευνας είναι αρμόδια για την ανεύρεση της κατάλληλης στόχευσης και κατεύθυνσης του εκπαιδευτικού συστήματος. Ωστόσο, η εκπαιδευτική διαδικασία αποτελείται από πολλές παράπλευρες πρισματικές προσεγγίσεις, οι οποίες είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο να γενικευτούν σε κανόνα, καθώς ο κάθε εκπαιδευόμενος έχει προσωπικές ιδιαιτερότητες.  Ως εκ τούτου, μία εκπαιδευτική έρευνα πολλάκις αδυνατεί να καταλήξει σε μία γνώση, η οποία θα είναι εφαρμόσιμη και γενικεύσιμη σε όλες τις περιπτώσεις. Η Νευτωνική θεώρηση της εκπαίδευσης επιζητεί γενικές αρχές, "παγκόσμιους κανόνες", οι οποίοι θα μπορούν να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα στο πεδίο της εκπαίδευσης και στην ποιοτική αναβάθμιση της παρεχόμενης παιδείας στις σχολικές μονάδες. Αρκετές φορές, η εκπαιδευτική έρευνα έχει λοιδορηθεί, για το λόγο, ότι τα αποτελέσματά της δεν αποτελούν αποτελεσματικά στοιχεία στη βελτίωση των σχολικών πρακτικών και ως εκ τούτου παράγοντα αναβάθμισης των υπηρεσιών των σχολείων. Οι γενικεύσεις μπορεί να αποδειχτούν και επικίνδυνες, καθώς ο εκπαιδευτικός στερείται της προσωπικής πρωτοβουλίας, εμμένοντας προσκολλημένος στην καθ’ υπαγόρευση και κατά γράμμα ακολουθία ενός επιβαλλόμενου κανόνα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η απουσία ενός συγκεκριμένου, μελετημένου πλάνου, με τις εκάστοτε κυβερνήσεις να ξηλώνουν το έργο των προκατόχων τους και να εφαρμόζουν τις δικές τους πολιτικές, με στόχο να δείξουν ότι παράγουν έργο, αντιστρατεύεται τα θεμέλια της μάθησης. Όταν από τα πλέον επίσημα πολιτικά χείλη τονίζεται η σωστή κατά άλλα φιλοσοφία περί ισότητας, για να αναδειχτεί ως κυρίαρχη αρχή η μετριότητα που αντιστρατεύεται την αριστεία, τότε στρέφουμε την Εκπαίδευση σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η λεγόμενη ιδεοληψία του «εξισωτισμού», διόλου ρηξικέλευθη, που επικρατούσε στα χρόνια της μεταπολίτευσης και αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους παράγοντες που οδήγησε την κοινωνία μας στο σημερινό τέλμα, αναδύεται και πάλι ως το ορθό, με συνεπακόλουθο ένα αναξιοκρατικό κράτος, που τίθεται υπέρ της μάζας, βλέποντας ύποπτα τον άριστο μαθητή και εξισώνοντάς τον με έναν μέτριο. Ο Χατζηαντωνίου γράφει: «Ο νόμος πρέπει ασφαλώς να είναι ο ίδιος και για έναν ευφυή και για έναν λιγότερο ευφυή. Αν όμως οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τις ιδιότητές τους, ποια ισότητα πρέπει να διέπει τις σχέσεις τους;» Εδώ χάνεται το παιχνίδι και ταυτίζεται η ομοιομορφία με την ισότητα, με απότοκο τη δημιουργία της ιδεολογίας ότι «όλοι καλοί είναι» και άρα όλοι οι καλοί παντού χωράνε. Δαιμονοποιείται τοιουτοτρόπως η αξιολόγηση κι έχουμε φαινόμενα κομματικής καρεκλοποίησης σε όλο το φάσμα του δημόσιου  βίου, μία νοοτροπία νοσηρή, που είχε ως επακόλουθο τα μνημόνια, τα οποία επίσης δαιμονοποιήθηκαν. Επιμένουμε στις νοσηρές νοοτροπίες κι αναμένουμε εκ θαύματος μία αλλαγή ουρανοκατέβατη, όταν μένουμε ακόμη προσκολλημένοι στο παλιό.
Με όλα τα στρεβλά της ελληνικής πραγματικότητας πορευόμαστε ως Έθνος στα τυφλά, γκρεμίζοντας σαθρά θεμέλια και αμαρτίες του παρελθόντος, χτίζοντας και πάλι αλαζονικά νέες αμαρτίες, που έρχονται δήθεν να εκσυγχρονίσουν από το παρελθόν με διαφορετική μορφή, αλλά με κοινό παρονομαστή, την προσκόλληση στα κακώς κείμενα. Ένας φαύλος κύκλος, αέναος, που συντηρείται με κάθε κόστος και δυστυχώς με θύμα τη νεολαία.

δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Γνώμη" 22/5/2016

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Προτεινόμενες προσεγγίσεις για τη διδακτική αξιοποίσηση της Λογοτεχνίας στο πλαίσιο της τάξη


Η αξιακή  ποιότητα της Λογοτεχνίας έγκειται στο γεγονός, ότι ασκεί καθοριστική επιρροή στη τρυφερή παιδική ηλικία των μαθητών, προσφέροντας τα απαραίτητα εφόδια για πολύπλευρη ανάπλαση της προσωπικότητας, κώδικα αξιών, κριτικό αναστοχασμό, σκεπτική αλληλουχία, πολιτισμική και πολιτιστική συνείδηση.
Η παραγωγική της προσφορά στο μαθητή είναι αναντίλεκτη, όμως ποιός είναι ο ορθός τρόπος διδασκαλίας αυτής;  Πώς ο καθηγητής θα φέρει τον μαθητή διαμέσoυ αυτής  σε στενή επαφή με τα πνευματικά δημιουργήματα και την ανθρώπινη πορεία στο διάβα των χρόνων, έτσι ώστε να αποκτά βιωματικές εμπειρίες εμμέσως, να διαπιστώνει και  να κατασκευάζει κρίσεις, υποθέσεις, σκεπτική αλληλουχία;
Η συνδιαλογή του μαθητή με το Βιβλίο είθισται να είναι τυπική μένοντας σε αναγνωστικό επίπεδο και για αυτή την κατάσταση έχει καθοριστικές ευθύνες η εκπαιδευτική πολιτική σε συνάρτηση με την αδιαφορία των εκπαιδευτικών. Τουναντίον απαιτείται μία σχέση παραγωγική μεταξύ παιδιού - Βιβλίου, περνώντας στο επίπεδο της προσωπικής δημιουργίας, όπου ο νέος δύναται να αναπνεύσει ανθρωπιά, και εν τέλει να επανδρωθεί με «ηθικοπνευματική αρματωσιά». Για να φτάσουμε,όμως, σε αυτό το αποτέλεσμα απαιτείται ο δάσκαλος- καθηγητής να πλησιάσει το λογοτεχνικό κείμενο με συνδυαστικό τρόπο, τόσο μέσω των ερμηνευτικών προσεγγίσεων, όσο και των υποκειμενικών - ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων. Ο μαθητής αρχικά θα πρέπει να αγαπήσει την ανάγνωση και εν συνεχεία να αποκτήσει μία προσωπική αναγνωστική εμπειρία. Για να γίνει πράξη αυτό, ο καθηγητής οφείλει να προσεγγίσει το λογοτεχνικό κείμενο στην τάξη με βάση τις υποκειμενικές - ψυχαναλυτικές θεάσεις. Ο μαθητής τοιουτοτρόπως προσπαθεί, καθοδηγούμενος πάντα από τον καθηγητή- επόπτη, να αντιληφθεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο την ερμηνεία του λογοτεχνικού κειμένου και να βγάλει τα προσωπικά του συμπεράσματα, χωρίς να επηρεάζεται από τη νόρμα. Η ψυχαναλυτική - υποκειμενική αναγνωστική θεωρία ταυτίζεται με τις σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες μάθησης που βλέπουν το δάσκαλο συνεργάτη του μαθητή  και το μαθητή συνδημιουργό της γνώσης. Ωστόσο, αυτό  προϋποθέτει και μία σχετική αναγνωστική εμπειρία, να έχει έρθει σε επαφή με ένα όγκο λογοτεχνικής παραγωγής για να μπορέσει να διατυπώσει προσωπικές γνώμες για ένα κείμενο. Εδώ έρχεται σε βοηθητικό επίπεδο η ερμηνευτική προσέγγιση, με στόχευση να διαπλάσει και να διαμορφώσει αναγνωστική κουλτούρα, εφόσον εστιάζει στη φύση και στις δυνατότητες της ανάγνωσης ως ερμηνεία, σε ένα κοινό πλαίσιο, το οποίο έχει ήδη διαμορφωθεί και δεν αλλάζει. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, τον σταθερό θεμέλιο λίθο που προκύπτει από την ερμηνευτική προσέγγιση του λογοτεχνήματος, ο καθηγητής θα πρέπει να συνεπικουρήσει στη δημιουργία και μιας προσωπικής από το μαθητή στοχευμένης ερμηνείας. Η καλλιέργεια της οποίας θα επιτευχθεί, με την θέαση του αναγνώστη ως αναδημιουργού, όπως έχει επισημάνει ο Ηοlland. (2000) Στόχο κυρίαρχο, ωστόσο, αποτελεί η αγνή αγάπη του νέου για το βιβλίο, η προσωπική συναισθηματική συνδιαλογή του αναγνώστη-μαθητή με το κείμενο. Αυτή η στόχευση επιτυγχάνεται με την αισθητική ανάγνωση των λογοτεχνικών κειμένων από τους μαθητές. Ο μαθητής αποκτά βιωματικές εμπειρίες, χωρίς να είναι κυρίαρχες πάνω στο τρόπο αντίληψής του. Το απότοκο είναι μία ενεργητική συμμετοχή του μαθητή - αναγνώστη, το οποίο θεωρείται και ζητούμενο.

Συμπερασματικά, διατεινόμαστε ότι και οι δύο προαναφερθείσες τεχνικές προσέγγισης ως διδακτικές μέθοδοι είναι εξίσου σημαντικές, ως προς τη δημιουργία ενός μαθητή-αναγνώστη με αναπτυγμένη την κριτική ικανότητα και την απρόσκοπτη "ερωτική" επικοινωνία με το λογοτεχνικό δημιούργημα.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Παγκόσμια ημέρα Εκπαιδευτικών (5 Οκτωβρίου): Ο Δάσκαλος ως φωτοδότης


o
σύγχρονος προοδευτικός  εκπαιδευτικός είναι ελεύθερος άνθρωπος και  παιδαγωγός. Τα προσόντα τα οποία θεωρώ απαραίτητα γι´ αυτόν, αποκτώνται σταδιακά, μέσα από την καθημερινή πρακτική και σε καμιά  περίπτωση δεν είναι έμφυτα , ούτε μπορούν να δοθούν με διάταγμα ή ως δώρο.­
Πρωταρχικά  ως αξιόλογος παιδαγωγός  παρακινείται από την πηγαία του θέληση και το όραμά του να διαμορφώσει ανθρώπους εμφορούμενους με αξίες, ιδανικά, κριτική ικανότητα και όχι παθητικούς θεατές των γεγονότων. Η ηθικοπλαστική αναμόρφωση των μαθητών είναι το ζητούμενο για το εκπαιδευτικό σύστημα. Μόνον με σωστούς ανθρώπους που έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα, μπορεί να ανελιχθεί μία κοινωνία.
Εν συνεχεία η αποφασιστικότητα,  σε συνδυασμό με την ταπεινοφροσύνη, αποτελούν βασικές ικανότητες για τον σωστό δάσκαλο, οι οποίες θα πρέπει να λειτουργούν  συνεπικουρικά.  Σε κάθε περίπτωση ο εκπαιδευτικός οφείλει να αναλαμβάνει την ευθύνη λήψης αποφάσεων.  Από την άλλη μεριά όμως, δεν πρέπει να αυθαιρετεί στις τοποθετήσεις του και να καθίσταται δογματικός. Σε αυτό το σημείο έρχεται και συμπλέκεται η ταπεινοφροσύνη, που λειτουργεί κατασταλτικά και βοηθά στη λήψη ορθών και μετρημένων αποφάσεων.  Όταν ομιλούμε για ταπεινοφροσύνη δεν υπονοούμε  την έλλειψη σεβασμού, τη δειλία ή τη μοιρολατρία. Αντιθέτως, η προαναφερθείσα αρετή προϋποθέτει  αυτοπεποίθηση, αυτοσεβασμό και σεβασμό προς τους άλλους.
Ο  δημοκρατικός εκπαιδευτικός υποχρεούται να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για τους μαθητές και μελλοντικούς δημοκρατικούς πολίτες της κοινωνίας. Δε νιώθει δέσμιος μπροστά στο κατεστημένο, δεν επιβάλλεται με απολυτότητα, αλλά σέβεται την ελευθερία της σκέψης, του φρονήματος των παιδιών, των συναδέλφων του, των συνανθρώπων του, προσπαθώντας με πράξεις να κρατήσει σταθερό το "πηδάλιο άξιών" για να έχει αίσιο τέλος το ταξίδι με συνοδοιπόρους τους μαθητές του προς κόσμους θεληματικούς. Κάθε του ενέργεια έχει στόχο το καλό του παιδαγωγούμενου, δεν πραγματοποιείτα ποτέ καιροσκοπικά και  για το θεαθήναι. Οι διαπροσωπικές σχέσεις με τους μαθητές του, καθώς και με όσους συνεργάζεται θα πρέπει να βασίζονται πάνω στη νηφαλιότητα, τη δικαιοσύνη, την τιμιότητα,  τη φιλικότητα και την ανθρωπιά.
Δυστυχώς όμως, παρατηρείται σε πολλές των περιπτώσεων , εκπαιδευτικοί να έχουν εφησυχάσει και να μην ενδιαφέρονται πραγματικά για τους μαθητές τους. Το σκεπτικό είναι μοιρολατρικό και απεικονίζεται γλαφυρά στα παρακάτω λόγια: «Και τι μπορώ να κάνω; Δεν είμαι εγώ ο αρμόδιος που θα  αλλάξει το σαθρό σύστημα εκπαίδευσης. Είτε με θεωρούν  κακό  δάσκαλο, είτε στοργικό και με ζήλο δάσκαλο που ενδιαφέρεται  για τα παιδιά κι επιτελεί ολοκληρωμένο έργο, κακοπληρωμένος και αγνοημένος θα είμαι από το κράτος και στις δύο περιπτώσεις. Οπότε δεν  κάνω τίποτα!»  Όντως αυτή είναι η πιο βολική θέση, αλλά συγχρόνως δηλώνει παραίτηση από τον αγώνα της προσφοράς του δασκάλου και του ρόλου του ως παιδαγωγού. Έτσι εδώ έχουμε άρνηση του λειτουργήματος που κλήθηκε να επιτελέσει. Τουναντίον,  η επαγρύπνηση και η συμμετοχή του στη μάθηση και στη διαμόρφωση υπεύθυνων κι άξιων προσωπικοτήτων,  είναι προαπαιτούμενο για την ορθή και συνεπή άσκηση των καθηκόντων του. Τότε μόνον δικαιούται να χαρακτηρίζεται ως άξιος παιδαγωγός.

Εν τέλει ο προοδευτικός εκπαιδευτικός πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι μόνο μεταδότης γνώσεων, αλλά και πολιτικός αγωνιστής καθώς και διαμορφωτής συνειδήσεων. Η δουλειά του δεν ολοκληρώνεται με τη  διδασκαλία των μαθημάτων, αλλά συνεχίζεται με τη  συμμετοχή και αφιέρωσή του στον αγώνα για την αποδοχή της διαφορετικότητας, της ισότητας και της εξάλειψης της κοινωνικής αδικίας.