Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Ν. Καζαντζάκης: Ένας περήφανος Κρητικός και γνήσιος Ουμανιστής



Ο άρτιος ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, που γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1883 και δάμασε τα κύματα της διανόησης που απλώνονταν από τις εκεί ακτές έως τις μακρινές θάλασσες της οικουμένης. Ο βίος και η πολιτεία του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια «Οδύσσεια». Η αγέρωχη κρητική λεβεντιά κοσμημένη με έναν γνήσιο ευρωπαϊκό κοσμοπολιτισμό αποτέλεσε το εύφορο υπόστρωμα για την πρόσληψη των μεγαλοφυών λογοτεχνικών δημιουργημάτων του. Σύμφωνα με τον Πολίτη (2009) το ογκώδες συγγραφικό έργο του είναι δύσκολο να αποτιμηθεί πλήρως και να ενταχθεί στη ροή της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αφού είναι ιδιότυπο και ακολουθεί μία προσωπική οδό, διανθισμένη με τις ευρωπαϊκές ιδέες και συγκεκριμένα τη Νιτσεϊκή φιλοσοφία περί υπερανθρώπου και απιστίας, όπως και την αντιλογοκρατική φιλοσοφία του Bergson, συνδιαλεγόμενη με τον πραγματισμό του William James. Ο κοσμοπολιτισμός του Καζαντζάκη διαμορφώνεται ανάγλυφα από τα πολλά ταξίδια του σε χώρες εντός και εκτός Ευρώπης. Επισκέπτεται μεταξύ του 1918 και 1933 την Ελβετία, τη Ρωσία,  τη Γαλλία, την Ισπανία, Ιαπωνία, Κίνα για να νοσηλευτεί το 1957 στη Γερμανία, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο πολυταξιδεμένος Καζαντζάκης και αναγνωρισμένος ανά τον κόσμο για το συγγραφικό έργο του δεν μπόρεσε να στεριώσει στην πατρίδα του. Τουναντίον πολεμήθηκε από την μετεμφυλιακή  Ελλάδα, ύπουλα, δεχόμενος χτυπήματα κάτω από τη μέση, στερούμενος την ευκαιρία να διεκδικήσει ένα βραβείο Νόμπελ, το οποίο άξιζε, προτείνοντας στη θέση του κάποιον άγνωστο κύριο Οικονόμου (Αρκουδέας, 2015). Σύμφωνα με τον Αρκουδέα (2015) το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη, αποτελεί και χαμένη ευκαιρία για την πολύπαθη Ελλάδα των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων, μία  Ελλάδα, η οποία τρώει τα άξια παιδιά της και άρα στην ουσία δεν της άξιζε μία τόσο μεγάλη διάκριση, η οποία θα έστρεφε τα φώτα της παγκόσμιας κοινότητας πάνω της, που τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το είχε τόσο ανάγκη, αλλά για ακόμη μία φορά τα υπερτροφικά εγώ εντός των τειχών επιθυμούσαν μία Ελλάδα αποδυναμωμένη, χωρίς διακρίσεις και τιμές, σκάβοντας τον λάκκο του Καζαντζάκη, έσκαβαν στην ουσία τον λάκκο της Ελλάδας. Για να καταλήξει ο Αρκουδέας γράφοντας: «Το χαμένο Νόμπελ του Καζαντζάκη ήταν ο θρίαμβος των μεθοδεύσεων ενός κράτους που είχε μάθει να ενεργεί με παρακρατικούς τρόπους… η ολόκληρη Ελλάδα είναι ένα χαμένο Νόμπελ».
Ο νεαρός Καζαντζάκης πρωτοεμφανίζεται στα Γράμματα το 1906 με τη νουβέλα «Ὄφις και Κρίνο», ακολουθεί  το δοκίμιο «Ἀρρώστια τοῦ αἰώνος», και το δράμα «Ξημερώνει» με ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, εντυπωσιάζοντας τη λογοτεχνική κριτική (Σταύρου, 1997). Ο νεανικός έρως για την πρώτη του γυναίκα Γαλατεία οδήγησε στο πρωτότυπο ερωτικό πεζό ποίημα «Ὄφις και Κρίνο», στο οποίο απουσιάζει το μέτρο και η ομοιοκαταληξία μεν (Μιράσγεζη, 1982), πλεονάζει δε η ερωτική μελωδία, πάνω στην οποία υφαίνεται το υφαντό αυτής της ποιητικής σύνθεσης, καθιστώντας το ως ερωτικό παιάνα, με τους δυο ερωτευμένους πρωταγωνιστές να πεθαίνουν σφιχταγκαλιασμένοι στο δωμάτιο και ένα φίδι να κρατά στο στόμα ένα μαραζωμένο τριαντάφυλλο. Η ορμητικότητα της νεανικότητας του συγγραφέως σε συνδυασμό με τις σπουδές του έχουν διαμορφώσει έναν αδαμάντινο χαρακτήρα, ο οποίος έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό κατεστημένο, περιδιαβαίνοντας τον πολιτισμό, τις μεταφυσικές και υπαρξιακές αγωνίες, έντονα επηρεασμένος από τη φιλοσοφία του Νίτσε, γράφοντας τη μελέτη «Ἀρρώστεια τοῦ αἰῶνος» (Μιράσγεζη, 1997). Εν συνεχεία το έργο του «Ξημερώνει» λαμβάνει έπαινο στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα. Σύμφωνα με την Μιράσγεζη (1997) ο έπαινος θεωρήθηκε  θρίαμβος  του δημοτικισμού, σε μία εποχή που μαινόταν η μάχη μεταξύ αυτού και της καθαρεύουσας. Ακολουθούν μια μεγάλη σειρά από λογοτεχνήματα, όπως το «Ἔως πότε», το «Φασγά», «Σπασμένες Ψυχές», «Πρωτομάστορας», το τελευταίο μάλιστα βραβεύτηκε στο Λυσσάνειο Διαγωνσιμό. Ακολούθησαν τα έμμετρα δράματα «Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης», «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», «Ὀδυσσέας», «Προμηθέας», «Κοῦρος», «Σόδομα και Γόμορα», «Κολόμβος», «Καποδίστριας», «Βούδας», και «Γιαγκ Τσέ». Τα έργα αυτά αν και λαμπρά δεν αποτέλεσαν την καταλυτική δύναμη για να αναγνωριστεί ως μεγάλος συγγραφέας ο Καζαντζάκης (Αλεξίου, Μπήαν, Γλυτζουρής, Τζιόβας & Παπανικολάου, 2006). Ακολούθησαν τα «Πεζά ποιήματα» για να φτάσουμε στα έργο της συγγραφικής ωριμότητάς του την «Ἀσκητική» το 1927 και από εκεί να περάσουμε στο έργο σταθμό, το οποίο συντάραξε τα λιμνάζοντα συγγραφικά απόνερα της εποχής του τη νέα «Ὁδύσσεια», μία πολυδαίδαλη και εκτενής ποιητική σύνθεση 33.333 στίχων, που επέκτεινε τα κατορθώματα και τις περιπέτειες του Ομηρικού Οδυσσέως (Πολίτης, 2009). Αναμφίβολα πρόκειται για ένα μεγαλόπνοο εγχείρημα, το οποίο έλαβε χώρα το διάστημα μεταξύ του 1925 και 1938. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια αφιέρωσε ο πολυμήχανος Καζαντζάκης, για να δημιουργήσει τη νέα Οδύσσεια του σύγχρονου ελληνισμού. Αρχικά το έργο του προσεγγίστηκε με δυσπιστία και δέχτηκε αρνητική κριτική από την εν Ελλάδι λογοτεχνική κριτική, προκαλώντας αίσθηση μόνον ο μεγάλος όγκος του. Το έργο του μεταφράστηκε στο εξωτερικό από τον Kimon Friar (αγγλικά) Gustev Concordi (γερμανικά) και από την Jaqueline Moetti (γαλλικά) (Mιράσγεζη, 1997), ολοκληρώνοντας με αυτό το υψηλό δημιούργημα ποιητικής σύλληψης την προσφορά του στην ελληνική ποίηση. Ο σύγχρονος Έλληνας Οδυσσέας απομακρύνεται συνειδητά από την Ιθάκη του, ταξιδεύει αναζητώντας άγνωστους μακρινούς κόσμους, δεικνύοντας την προσωπική προσπάθεια του συγγραφέως να εγκλωβίσει λογικά και να εξηγήσει τις υπαρξιακές αγωνίες της ανθρωπότητας, στην ουσία μέσω του ήρωα του περιπλανιέται με γνώμονα τη φιλοδοξία να αντιληφθεί την βαθύτερη ύπαρξη του όντος. Ο Καζαντζάκης βιώνει τον ρόλο του  ως πανανθρώπινος στοχαστής, ο οποίος επιδιώκει να πορευτεί μέσα από τα λογοτεχνικά έργα του στον δρόμο του Ιδεατού, επηρεασμένος  από τον Γαλλικό Διαφωτισμό (Αρκουδέας, 2015). Σύμφωνα με τον Πολίτη (2009) ο Καζαντζάκης επιδίδεται σε ένα συνεχή αγώνα για την επίτευξη της πλήρους ελευθερίας, ένας αγώνας με κέντρο βάρους την επίτευξη ενός πανανθρώπινου σύγχρονου έπους. H αίσθηση της υψηλής αποστολής του, την οποία νιώθει έντονη, τον αναγκάζει να μελετήσει αριστουργήματα της λογοτεχνίας, έτσι ώστε να έχει την πλήρη εποπτεία και να φέρει εις πέρας το χρέος του προς την ανθρωπότητα (Μario Vitti, 2008). Μετά από αυτό το έργο σταθμό στην ελληνική ποίηση στρέφεται στη σύνθεση μυθιστορημάτων, με τον «Βίος και Πολιτεία τοῦ Ἀλέξη Ζορμπά» να λαμβάνει βραβείο αρχικά στο Παρίσι το 1954 και εν συνεχεία στην Ελλάδα. Ο Ζορμπάς είναι ένας χαρακτήρας απλοϊκός, κοινωνικός αμφισβητίας, επαναστάτης, απολίτιστος. Αξίες και ιδεατά δεν υπάρχουν για αυτόν, το μόνο που υπάρχει είναι το ένστικτο, το οποίο τον βοηθά στην επιβίωση. Ο Καζαντζάκης μαγεύεται από την πληθωρική προσωπικότητά του και καθίσταται στη συνείδηση του ως είδωλο ο Ζορμπάς. Επιθυμεί διακαώς να μοιάσει στον Δράκο – Ζορμπά, αυτόν τον οποίο του γέμισε με θροφή μέσα σε λίγους μήνες όπως λέει τη ψυχή του, κάτι το οποίο δεν κατάφεραν τα βιβλία και οι επιστήμες. Οι ιστορίες του Ζορμπά γοήτευαν τον ψυχισμό του συγγραφέα σε σημείο τέτοιο, ώστε να δηλώνει: «Αν άκουγα τη φωνή του, όχι τις φωνές του, την κραυγή του, η ζωή μου θα ‘χε πάρει πάρει αξία, θα ζούσα μ’ αίμα και σάρκα και κόκαλα, ότι τώρα χασισοπότικα στοχάζουμε και ενεργώ με χαρτί και καλαμάρι». Ακολουθούν τα έργα «Ὁ Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948),  «Καπετάν Μιχάλης», «Τελευταῖος Πειρασμός» (1951), «Φτωχούλης τοῦ Θεοῦ» (1953), «Αναφορά στό Γκρέκο». 
Ο συγγραφέας Καζαντζάκης αποτελεί ένα λαμπρό Φάρο για την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή και για τον ελληνισμό γενικότερα, αφού κατάφερε να αναδείξει μέσα από την Οδύσσειά του κυρίως, αυτό που αποκαλούμε διαχρονία του ελληνισμού ανά τους αιώνες, δηλώνοντας τρόπω τινά ότι η ελληνική ψυχή είναι παρούσα στην παγκόσμια κοινωνία. Ο ρόλος του, ως εθνικού ποιητή βάρδου μπορεί να μην έλαβε τη δέουσα προσοχή στα χρόνια της ζωής του, αλλά εκτιμήθηκε κατά πολύ περισσότερο μετά τον θάνατό του. Η ακατάπαυστη εργατικότητα, η πληθωρική φαντασία του σε συνδυασμό με το ταλέντο του, αποτέλεσαν τις «πρώτες ύλες» με τις οποίες δομούσε τα έργα του (Μιράσγεζη,  1982). Το τέλος της ζωής του ήρθε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 στο Φράιμπουργκ, επιτάσσοντας τον νόστο στην αγαπημένη του πατρίδα την Κρήτη, τελευταίο και αιώνιο κοιμητήρι της μνήμης του (Μιράσγεζη, 1982). Η σωρός του μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο, όπου έλαβε χώρα το λαϊκό προσκύνημα προς το πρόσωπό του, καθιστώντας την επικήδειο ακολουθία τόσο ευκλεή, όπως άρμοζε σε έναν γενναίο υπερασπιστή διαχρονικών αξιών της ανθρωπότητας. Ελεύθερος καθώς ήταν, έτσι πορεύτηκε και στην τελευταία κατοικία του επιθυμώντας να αναγράφεται στο μνήμα του: «Δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος».



Βιβλιογραφία:
Πολίτης, Λ. (2009). Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Vitti, M.  (2008). Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας.
Αρκουδέας, Κ. (2015). Το χαμένο Νόμπελ. Μία αληθινή ιστορία. Αθήνα: Καστανιώτης.
Μιράσγεζη, Μ. (1982).  Νεοελληνική Λογοτεχνία. Αθήνα.

Σταύρου, Π. (1997). Χρονολόγιο της ζωής και του έργου του, Καθημερινή Επτά ημέρες, Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997.
Στυλιανός Αλεξίου, Πήτερ Μπήαν, Αντώνης Γλυτζουρής, Δημήτρης Τζιόβας, Δημήτρης Παπανικολάου, (2006). Νίκος Καζαντζάκης: Το έργο και η πρόσληψή του. Ηράκλειο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Τα πρώτα χελιδόνια της άνοιξης

Η φυγή από την καθημερινή τύρβη γίνεται σκοπός, όταν τα αδιέξοδα φαντάζουν ανίκητα. Το σκοτεινό παρόν δε δύναται να ρίξει φως στα καταχωνιασμένα μαργαριτάρια. Τα πρώτα χελιδόνια φάνηκαν, αποζητώντας μανιωδώς την άνοιξη, αλλά οι  χειμωνιάτικες ημέρες συνεχίζονται και σφυροκοπούν κάθε υφέρπουσα ύπαρξη. Τι θα απογίνουν τα δύσμοιρα χελιδόνια δίχως άνοιξη; Ποιος θα υμνήσει την ανθρωπιά και τη μεγαλοφροσύνη; Ποιος θα απεμπολήσει την κοινωνική αδικία; Ποιος θα αναζητήσει την ειρήνη, αν αυτό δε γίνει από τα χελιδόνια; Επεκτείνοντας τη φράση του Δροσίνη: «Και στης ζωής τους άγριους χειμώνες, αλκυονίδες μέρες καρτερώ…» καρτερώ και τα χελιδόνια που θα φέρουν μαζί τους την άνοιξη.

Ο οδοστρωτήρας της μικροπολιτικής και της σαθρής νοοτροπίας που επικαλείται η πρώτη, έχει καταβαραθρώσει κάθε δημιουργική πρωτοβουλία. Η αναλγησία, η διαφθορά και η ανευθυνότητα αναδείχτηκαν σε αξίες ζωής, ύψωσαν ένα τείχος σε οποιαδήποτε υγιή αντίδραση και υπονόησαν ότι το τέλμα αποτελεί στόχο της ζωής. Η οκνηρία αναχαίτισε κάθε προσπάθεια δημιουργίας νέων ιδανικών.

Μα ξάφνου μεταξύ των πολλών χελιδονιών που επαναπαύτηκαν στην ιδέα της καθυστέρησης ή ακόμα χειρότερα στην παντελή αδιαφορία τους για έλευση της ζωογόνας άνοιξης, ένα μικρό χελιδόνι, ασθενικό καθώς ήταν, μα με καθαρή ματιά πέταξε υψηλότερα από τα άλλα βγάζοντας μία εκκωφαντική κραυγή. Κραυγή απελπισίας θα ήταν σκέφτηκαν και δεν έδωσαν σημασία, μα ήταν μία προσευχή, ένα παραλήρημα για επιστροφή της άνοιξης, αυτής που λησμονήθηκε. Φορτισμένο με μια τεράστια εσωτερική δυναμική, έτοιμη να μετατραπεί σε αναγεννητική δράση για την ανάταση, αυτό το ασθενικό χελιδόνι αποβαίνει ο προφήτης της γενιάς του, ο γνήσιος εκφραστής της ιστορικής συνείδησης, αγωγός της εθνικής ευθύνης. Όμως η απογοήτευσή του είναι ηχηρή, καθώς τα αναγεννητικά του οράματα δε βρίσκουν έφορο έδαφος, δε συνεγείρουν τα πλήθη, αλλά ακουμπούν το επίστρωμα της αδιαφορίας, αυτό που συνεπάγεται υποταγή. Ο ψυχικός κόσμος του κλυδωνίζεται και ωθείται σε εσωτερίκευση της κρίσης, η οποία το αρρωσταίνει ακόμη περισσότερο. Η απόκριση των άλλων χελιδονιών στο θέαμα, αποκρουστική και σαρκαστική: «Κοίτα το ψωριάρικο θέλει να μας κάνει και μαθήματα ηθικής», μη δυνάμενοι να δουν το σκότος στο οποίο είχε περιπέσει η ψυχή τους. Η οξύτατη εναντίωση και η αποξένωση από τον κοινωνικό περίγυρο, η άρνησή του να δεχτεί τον λήθαργο και την απαθλίωση των προτύπων της ανθρωπιάς και της κοινωνικής απελευθέρωσης, το στοχοποιούν ακόμη περισσότερο. Το πραγματικό όνομα του χελιδονιού αυτού είναι «Ποιητής». Ο ποιητής έξοχος ενορχηστρωτής της ποιητικής τέχνης, καταφέρνει να συγκεράσει αντίθετες ροπές και να αναδειχθεί ως ο πνευματικός ταγός, που παράλληλα εκπροσωπεί τις οικουμενικές αξίες και τα υψηλά ιδανικά. Από τις νέες αξίες που προβάλλει ο ποιητής, κρίνονται αναντικατάστατες η λογική, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, στην προσπάθεια για την εθνική ανάταση και την κοινωνική πρόοδο, αντιστρατευμένες στη φαυλότητα και τη διαφθορά, οι οποίες κρύβονται πίσω από τα σύννεφα του βαρύ χειμώνα, του οποίου η ώρα έχει έρθει προ πολλού να παρέλθει και τη θέση του να λάβει η δύσμοιρη άνοιξη, η πνευματική τροφός των χελιδονιών. Η άνοιξη είναι η Παιδεία, της οποίας η συμβολή θεωρείται καθοριστική για την πνευματική και κοινωνική ανόρθωση της πατρίδας. Αλλά δυστυχώς ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη!

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑΣ ΚΙΒΩΤΟΥ


Ένας νέος ονειρεύτηκε˙ ονειρεύτηκε  ένα γκρίζο μέλλον, περισσότερο σκούρο από το πρόσφατο παρόν! Ήταν τόσο οδυνηρό για την ανθρωπότητα, που και ο πιο απαισιόδοξος δε θα μπορούσε να φανταστεί. Ποιο αποκούμπι ελπίδας υπάρχει στα εφιαλτικά αδιέξοδα μιας καταρρέουσας κοινωνίας; Αναζητούνται ταριχευτές ονείρων ή νέα οράματα που θα εμπνεύσουν; 
Με αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα καλείται ο νέος να πορευτεί και να δώσει απαντήσεις. Είναι ωμά ειλικρινής, χωρίς υπεκφυγές, διακρίνει το κάλπικο από το αληθές. Η μνήμη του ταλαιπωρημένη από τα εκούσια πήγαινε – έλα, αλλά δε γινόταν διαφορετικά. Έπρεπε να θυμηθεί το όνειρο, πριν γίνει ονειροπαγίδα και πλήξει τον ίδιο και κατ’ επέκταση το σύνολο της ανθρωπότητας. Ρίχνεται στη μάχη της δυστοπίας του παρελθόντος και της επιφανειακής ευμάρειας ενός κατεδαφιστέου παρόντος, που φοβίζει με τις ασύμμετρες απειλές που εξοβελίζει. Παρά ταύτα κοιτάει κατάματα στην άβυσσο… φοβάται μα συνεχίζει να κοιτάει, ψάχνοντας αγωνιωδώς μία απάντηση, ένα χρωστούμενο γιατί, το οποίο ποτέ δεν απαντήθηκε, τουναντίον αποσιωπήθηκε για να συνεχίσει η λάβα να αποτεφρώνει oποιονδήποτε ζωντανό οργανισμό βρίσκει μπροστά της. Τα μνημονικά θραύσματα της τραυματισμένης ψυχής του τον ωθούν σε αναπόφευκτη ενδοσκόπηση. Είναι ανηφορικός και δύσβατος ο δρόμος, μα δε τα παρατά, συνεχίζει, αν και οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Ψάχνει για ένα στέρεο έδαφος, ικανό να δομήσει μία δίκαιη ανθρωπότητα, ένα καλοβίωτο παρόν, λυσιτελές για τον κάθε πονεμένο. Μια κιβωτό με πανσπερμία οράματος και όχι σαν αυτή που μνημονεύει ο ποιητής «καινούργια Κιβωτός χωρίς ελπίδα πια». Το ταξίδι της φυγής, πέρα από γενναίο καπετάνιο με γνώσεις για μπουνάτσες και φουρτούνες, απαιτεί μία άφευκτη θάλασσα, ικανή μέσω αυτής να οδηγηθεί μετά κόπων και βασάνων  σε μία ολοφώτεινη παραλία με λαμπερή άμμο. Η αναπότρεπτη μοίρα δεν αφήνει περιθώρια για χρονοτριβές και πισωγυρίσματα. Το αέναο ταξίδι στον χωροχρόνο δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής. Ο ήρωας καλείται να αποδείξει τον τίτλο που του δόθηκε και φέρει βαρέως…είναι καιρός να αποδείξει ότι δεν είναι αντιήρωας, αλλά αυτός που θα λυτρώσει, ο αμφορέας ελπίδας, ο γνήσιος ζωοτόκος, που θα αναγεννήσει τα ύψιστα αγαθά, αυτός ο οποίος θα στοιχειώσει το παράλογο και θα επαναφέρει τη λογική στον άμβωνα των γνήσιων αξιών, των προσφάτων απολεσθέντων. Και είναι τούτη η φυγή, η πρώτη μεγάλη ώθηση, το πρώτο τρανταχτό βήμα, για τα επόμενα που θα ακολουθήσουν προς την αποκατάσταση του αυτονόητου: την ελευθερία από τα δεσμά της ψυχικής εξαχρείωσης – την επαναφορά του μέτρου, «μέτρον άριστον».

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

9η Φεβρουαρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας - Το εθνικό και το υπερεθνικό ιδεώδες στην ποιητική του Διονυσίου Σολωμού -


Ο Δ. Τζιόβας στο επιστημονικό του άρθρο «Αντιθέσεις και διλήμματα για την ποίηση του Σολωμού», επικεντρώνεται στην πρόσληψη του ποιητικού έργου του Σολωμού και συγκεκριμένα στα αντιθετικά ερωτήματα  που προκύπτουν. Προσπαθεί να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν ο Σολωμός να κινείται μεταξύ λυρισμού και αφηγηματικότητας, ατομικού και συλλογικού, εθνικού και οικουμενικού. Τα παραπάνω ζεύγη ορισμών, αν και φαινομενικά είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, ο Σολωμός με την ποιητική του δεξιοτεχνία και πολυπλοκότητα καταφέρνει να τα συγκεράσει.
To ποίημα σταθμός στην ποιητική του πορεία, «Ο Κρητικός», ενέχει τα παραπάνω στοιχεία. Από τη μία πλευρά έχουμε έξαρση του λυρισμού με το προσωπείο του Κρητικού να παρουσιάζει τις ενδόμυχες σκέψεις, τα συναισθήματά του, το προσωπικό του δράμα και από την άλλη έχουμε στο προσκήνιο τον εθνικό αγώνα υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος, σημείο και στο οποίο έγκειται η αφηγηματικότητα του ποιητή. Παρελθοντικά δηλαδή περιστατικά υπεισέρχονται στο παρόν του αφηγητή και κατ’ επέκταση στον αναγνώστη. Καταφέρνει εδώ ο Διονύσιος Σολωμός να συνταιριάξει με απόλυτη ισορροπία το προσωπικό - λυρικό με το συλλογικό - αφηγηματικό. Εύλογα, λοιπόν, θεωρείται εθνικός ποιητής, αφού μιλά για τα  κατορθώματα του ελληνικού λαού,  συνδυασμένα όμως με λυρισμό,  που επιβάλλεται από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό. Συν τοις άλλοις, το εθνικό μεταμορφώνεται σε οικουμενικό. Αυτή η επιμονή και η δίψα για εθνική ελευθερία, του επιτρέπει να πλησιάζει τις βαθύτερες ουσίες, που οδηγούν σε αυτή και σχετίζονται με τις οικουμενικές σταθερές. Έργο, στο οποίο παρατηρείται  η συγκεκριμένη διάσταση είναι οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Ο Λίνος Πολίτης θεωρεί ότι αυτή η εθνική υπόθεση παίρνει διαστάσεις παγκόσμιες. «Ο Σολωμός μέσα από την υπόθεση την εθνική φτάνει στην υπερεθνική, την ευρωπαϊκή, την παγκόσμια, φτάνει όμως ακριβώς, επειδή βάθυνε τόσο πολύ στην εθνική». Το μικρό πολιορκημένο Μεσολόγγι σηκώνει το ανάστημά του και γίνεται υπερεθνικό, καθώς ξεσκεπάζει τα μεγαλύτερα συμφέροντα όλου του κόσμου και μέσα από αυτό πηγάζουν οι βαθύτερες ουσίες. Το αληθές που επιθυμεί ο Σολωμός να φανερώσει στο έθνος, είναι η αληθινή ουσία ή αλλιώς οι μεγάλες και ζωοφόρες αξίες, οι οποίες είναι πανανθρώπινες και παγκόσμιες. Δεν  ανήκουν μόνο στους Έλληνες, αλλά είναι κτήμα όλης της ανθρωπότητας. Ο κάθε λαός, μέσα από τον εθνικό αγώνα των Ελλήνων, μπορεί να ζητήσει τη δική του ελευθερία.
Ακόμη στο άκουσμα του εθνικού ύμνου, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»,  η πίστη στην πατρίδα και ο εθνικός αγώνας ντύνεται με το λυρικό ύφος, όταν ο ποιητής περνά από τη μία υπόθεση στην άλλη. Η Ελένη Τσατσάνογλου μας αναφέρει: «Η θερμότης της καρδιάς του αποφεύγει πάντοτε την ψυχρότητα της Μυθολογίας και το ύψος των ιδεών του αποστρέφονται τους κοινούς τύπους της ποιήσεως». Μέσα από τον έντονο λυρισμό του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» ενδυναμώνεται η επική σεμνοπρέπεια.
Πρακτικά, η εθνική ποίηση είθισται να είναι αφηγηματική και κοινωνική, ενώ η λυρική ποίηση  προσωπική.  Ο Τζιόβας διαπιστώνει στην ποίηση του Σολωμού δύο τύπους ποίησης φαινομενικά ασυμβίβαστους μεταξύ τους, τον εθνικό (έχει συσχετιστεί με το αφηγηματικό) και τον λυρικό, κάνοντας λόγο για «λυρικοποίηση του εθνικού» ή «εθνικοποίηση του λυρικού».
Ο Σολωμός, έξοχος ενορχηστρωτής της ποιητικής τέχνης, καταφέρνει να συγκεράσει αντίθετες ροπές και να αναδειχθεί ως ο εθνικός ποιητής, που παράλληλα εκπροσωπεί τις οικουμενικές αξίες και τα υψηλά ιδανικά.

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Το «κέντημα – ψηφιδωτό» της αρχαιοελληνικής πνευματικής συνέχειας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας



Το ταξίδι για την Υψηλή Τέχνη είναι δύσκολο και χρονοβόρο, αλλά όπως κάθε ταξίδι τόσο απολαυστικό και σαγηνευτικό, με λαμπρούς σταθμούς και με πυξίδα το όραμα, δεικνύει πάντοτε  κόσμους ιδεατούς, αγγελικά πλασμένους που η πραγματικότητα καταβροχθίζει μανιωδώς, ζηλεύοντας τη φυγή προς το άγνωστο, μένοντας παράλληλα προσκολλημένη στη ρηχότητα της σκέψης, συντηρώντας συν τοις άλλοις μία παγιωμένη στρεβλή κατάσταση, που έχει απωλέσει την ονειροπόληση, φοβούμενη, μήπως το όνειρο βγει αληθινό και χαθούν τα συμφέροντα που εξυπηρετεί. Πώς να εξηγηθεί αλλιώς η αδιαφορία και η πολεμική για την Υψηλή Τέχνη των αρχαιοελληνικών και Βυζαντινών διδαγμάτων, τα οποία  αποτελούν κομμάτια της ελληνικής ιστορίας μας;
Το αν οι σημερινοί Έλληνες δικαιούνται να φέρουν επάξια τον βαρύ τίτλο των συνεχιστών των αρχαίων Ελλήνων είναι ένα θέμα προς συζήτηση, αν σκεφτούμε τη σημερινή βαλτωμένη διαμορφωμένη πραγματικότητα σε θέματα παιδείας, πολιτισμού, ήθους. Η Ελλάδα του τώρα δε θυμίζει σε τίποτα την άλλοτε ένδοξη αρχαιοελληνική ιστορία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δε συνεπάγεται ασυνέχεια της ελληνικής ταυτότητας και συνείδησης στο διάβα των χρόνων. 
Το κατά κάποιους αυτοχαρακτηριζόμενους σκαπανείς του πνεύματος δόγμα περί «φαντάσματος - ανυπαρξίας» της αρχαιοελληνικής πνευματικής και φυλετικής συνέχειας της ελληνικότητας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας, όπως είναι οι θεωρίες των Fallmeyrayer, R. Jenkis, Mango, αποτελεί ένα οικοδόμημα χωρίς βάση, το οποίο αιωρείται. Τα έωλα  επιχειρήματά τους δε στηρίζονται στην επιστημονική δεοντολογία, αλλά σε κατευθύνσεις ξένων κέντρων αποφάσεων με σκοτεινά συμφέροντα, που αντιμάχονται την επιστημονική τεκμηριωμένη κρατούσα αντίληψη περί «συνέχειας του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της ολόλαμπρης ελληνικής και Ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως των Ελλήνων του σήμερα».  Άλλωστε πολλοί επιστήμονες έχουν αντικρούσει ένα προς ένα τα επιχειρήματά τους, όπως είναι οι Αρνάκης, Βακαλόπουλος, D. Nicol, Βρυώνης, R. Browining. Ειδικά ο Βrowining (1966) απέδειξε με περίτρανο και πασιφανή τρόπο τη συνέχεια της φιλοσοφίας, της ιστορίας και του πολιτισμού της ελληνικής ταυτότητας στο Βυζάντιο. To νήμα έλαβε ο Vrionhs(1978) θέτοντας το ζήτημα στη βάση ότι οι Βυζαντινοί δεν ανακάλυψαν το αρχαιοελληνικό παρελθόν του 4ου π.Χ. και 5ου αιώνα των κλασικών χρόνων (πράγμα που αυτό θα συνηγορούσε σε μία ασυνέχεια της ελληνικότητας από την αρχαιότητα ως τη Βυζαντινή εποχή, όπως έγινε κατά την Αναγέννηση), αλλά παρέλαβαν τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδος σε μετεξελιγμένη παρουσία, δίνοντάς του στη συνέχεια μία νέα μορφή. Αυτό το γεγονός από μόνο του δύναται να καταδείξει με σαφήνεια και να συνηγορήσει υπέρ της συνέχειας του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού.
Πολλοί ερευνητές χαρακτηρίζουν τη Βυζαντινή περίοδο, ως μία εποχή σκοταδισμού και βαθιά παρακμιακή, παρερμηνεύοντας τα μέχρι τότε φιλοσοφικά κείμενα. Αυτό που συνέβη εκείνα τα χρόνια ήταν μία μεταπήδηση σε μία νέα πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα στο πλαίσιο μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, μία μετάβαση σε μία νέα τάξη πραγμάτων, όπως θα λέγαμε στη σύγχρονη κοινωνία μας. Τα ενδιαφέροντα των στοχαστών ξεκίνησαν να διαφοροποιούνται πιο νωρίς κατά την ελληνιστική περίοδο με την κυριαρχία των Σοφιστών και της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η εξέλιξη αποτελεί ένα γεγονός ανεμπόδιστο, καθώς το νέο γίνεται παλιό και αποζητά τη μετεξέλιξή του σε μία νέα μορφή ζωογόνα, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα ψάξει για μία νέα επίγεια ζώσα ύπαρξη, με άλλα λόγια αυτό που λέει ο λαός μας, η ζωή συνεχίζεται. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής και αυτή η ζείδωρη ελληνική φιλοσοφία ταξίδεψε μετεξελιγμένη, αλλάζοντας ενδύματα στο διάβα των χρόνων. Έτσι έχουμε την μεταστροφή του ενδιαφέροντος των βυζαντινών στοχαστών προς θέματα, τα οποία δεν απασχολούσαν στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Νιάρχο (1996) οι Βυζαντινοί αντιλαμβανόμενοι τη βαρύτητα της αρχαιοελληνικής σοφίας, που τους έπεσε ως κλήρος, κατόρθωσαν να την εκμεταλλευτούν οικοδομώντας λαμπρό λόγο και συνθέτοντας παράλληλα τα επιτεύγματα της αρχαιοελληνικής σοφίας με τα μηνύματα της χριστιανικής πίστης. Ως απότοκο αυτού του συνδυασμού προήλθε ο βυζαντινός ανθρωπισμός, ο οποίος αποτέλεσε το υπόβαθρο για τη φυγή προς τα εμπρός και τη μετέπειτα εξέλιξη του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού (Νιάρχος, 1996).
Συμπερασματικά διαφαίνεται ότι οι Βυζαντινοί διατήρησαν ακεραία την αρχαιοελληνική οπτική του κόσμου, η οποία στρέφει το ενδιαφέρον της στον άνθρωπο στο πλαίσιο ενός οικουμενικού όντος, επηρεαζόμενη κατά πολύ από τον πλατωνισμό και κυρίως από τον νεοπλατωνισμό. Σε εποχές βαθιάς κοινωνικής κρίσης και ηθικοπνευματικής αποτελμάτωσης, όπως είναι αυτές που διανύουμε, η στροφή στο απάνεμο λιμάνι των ριζών και των παραδόσεών μας, αποτελεί το μόνο ασφαλές καταφύγιο για να εξοπλιστούμε και εν συνεχεία να ταξιδέψουμε προς τα εμπρός, γνωρίζοντας από που κρατάμε, για να φτάσουμε ακόμη μακρύτερα την ιστορική κληρονομιά μας, εμπλουτισμένη με σύγχρονα επιτεύγματα.

Βιβλιογραφία:

Browning, R.(1966), Greece: Ancient and Medieval, Inaugural Lecture at Birbeck College, London: passim
Sp. Vryonis,(1978)«Recent Scholarship on continuity and discontinuity of culture: classical Greeks, Byzantines, Modern Greeks»εντουαυτού the «Past» in Medieval and Modern Greek Culture, Malibu,
Κωνστντίνος Γ. Νιάρχος (1996)Η ελληνική φιλοσοφία κατά την Βυζαντινή της περίοδονΑθηνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Περιπλανώμενος προς αναζήτηση λησμονημένων αξιών


Η περιπλάνηση, όταν δεν είναι άσκοπη, αποτελεί μία διαδικασία λυτρωτική, άκρως ζωογόνα για την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως και για την επιζήτηση μιας στροφής, όταν η κοινωνία έχει βρεθεί σε τέλμα. Ο Ομηρικός Οδυσσέας, θα γινόταν ξακουστός, αν δε περιπλανιόταν στις άγνωστες θάλασσες, αν το ταξίδι του δεν ήταν ριψοκίνδυνο και τα νερά τρικυμισμένα, αν δεν τα έβαζε με Θεούς και Δαίμονες για να επιστρέψει στην αγαπημένη του Ιθάκη και τη γυναίκα του Πηνελόπη; Πόσοι δεν περιπλανηθήκαμε, στα άδυτα των ψυχών μας, σε ταξίδια ονειρικά, τα οποία ποτέ όμως δεν έγιναν πράξη, με τον φόβο μήπως χάσουμε τη βαλτωμένη και συνεχώς σαπισμένη σιγουριά μας;  Προδώσαμε τις πατρίδες, τα ιδανικά μας, τις αξίες μας για αυτή τη μίζερη σιγουριά, η οποία αποτέλεσε δυνάστη της ψυχής μας και το αποτέλεσμα ήταν να φανεί η γύμνια του Βασιλιά. Μία μπέρτα δεν αρκεί για να καλύψει την απογυμνωμένη ανθρωπότητα, η οποία πορεύεται με δανεικά ιδανικά, παρηκμασμένες αξίες, λασπωμένα όνειρα, ξεχαρβαλωμένα οράματα, στερημένα από ανθρωπισμό. Σφετεριστές έκλεψαν τους θρόνους και οδήγησαν, όχι σε περιπλάνηση, αλλά σε αποπλάνηση. 
Και μεταξύ όλης αυτής της τραγικής πραγματικότητας ένας νέος ονειρεύεται, περπατά στην εξοχή, στις παραλίες, στις πόλεις, παραμιλά στον πυρετό του, μονολογώντας ότι κάπου είδε, στον ύπνο του ή στον ξύπνιο, δε θυμάται ακριβώς, έναν κόσμο δίκαιο, όπου η αξιοκρατία κυριαρχούσε, πρυτάνευε η λογική, κάλπαζε η αυτοκριτική και όλα ήταν αγγελικά πλασμένα, τόσο θεϊκά δομημένα που ανάβλυζαν οι καρποί της ανθρωπιάς και της ειρήνης. Ο νέος αυτός υπερασπίζεται την ελευθερία, δεν είναι στρατευμένος σε τίποτα και έτσι συνεχίζει να ονειρεύεται και να περιπλανιέται. Είναι άνθρωπος απλός, της βιοπάλης, ακούραστος για ταξίδι στο χωροχρόνο των ιδανικών. Δεν πτοείται από τους ανερμάτιστους ανθρωπάκους, οι οποίοι τον χλευάζουν και προσπαθούν να του ανακόψουν το ταξίδι προς περιπλάνηση. Τουναντίον προσπαθεί να τους συνετίσει, αλλά ματαιοπονεί. Ταξίδι χωρίς σταματημό… κομμάτι - κομμάτι, συνθέτει ένα τραγούδι, ύμνο στις αρχές της αδελφοσύνης. Αυτά που υπερασπίζεται δεν είναι το τομάρι του, δεν είναι η βόλεψή του, αλλά τα ανθρώπινα, τη ζωή, τον έρωτα, τις αξίες που καθημερινά  φυτρώνουν σε μέρη ανοίκεια, όπως σε χαραμάδες τοίχων, σε πεζοδρόμια, πνιγμένα σε μία πεζή καθημερινότητα. Οι κουβέντες του είναι ξεκάθαρες, δεν κρύβουν δόλο, ούτε ίχνος φιλαρέσκειας, τουναντίον διακατέχονται από μία θλίψη για το κατάντημα της κοινωνίας. Η συνείδησή του έρχεται να μας ελέγξει, να μας γεμίσει ενοχές, που ερωτοτροπήσαμε με κάλπικους παραδείσους,  που γευτήκαμε την απληστία και την κρατήσαμε σιμά μας, που γίναμε πιο φαύλοι και από τους φαύλους αυλικούς, που δώσαμε ελαφρυντικά στις αποτρόπαιες πρακτικές, νομοθετώντας τες. Μία ξιπασμένη κοινωνία και απέναντι της ένας νέος στέκεται όρθιος και δίνει μάχες… δε δειλιάζει, δε φοβάται, τουναντίον οι κυκλοθυμίες του ασκούν ταραχή σε όλους μας. Θα πρέπει να σωπάσουμε για να τον αφουγκραστούμε, αφού μιλάει χαμηλόφωνα, αλλά κατευθείαν στο θυμικό μας, χωρίς να επιχειρηματολογεί, χωρίς να μηχανεύεται τερτίπια. Η συνάντηση μαζί του, κάποιες φορές γλυκιά, άλλες ενοχλητική, άλλες εξοργιστική, μα λέει αλήθειες, αυτές τις αλήθειες που φοβόμαστε να αντικρίσουμε κατάματα, αυτές που κουκουλώσαμε με τόσα αισχρά ψέματα για να μη φανεί η παρακμή. Τόσο συνταρακτικές είναι! Και η απάντηση σε αυτές τις αλήθειες από την πλευρά του άσπλαχνου κόσμου, είναι ο χλευασμός, οι φωνασκίες, οι ύβρεις, μόνο και μόνο για να  πονέσουν αυτόν που τους ξεγύμνωσε τον κίβδηλο βασιλιά, όμως, ο πόνος αυτός μετουσιώνεται σε αγάπη από την πλευρά του νέου. Και αυτός ο νεαρός ανακράζει: «Σήμερα είμαι ένας άνθρωπος, ένας πονεμένος άνθρωπος, που νιώθω ότι από το είναι μου ξεχύνεται αγάπη». Πώς λέγεται αυτός ο νέος; Δεν ήθελε να αποκαλύψει το όνομά του, το μόνο που ήθελε ήταν να περιπλανηθεί, να ωθήσει και άλλους νέους στο ταξίδι της περιπλάνησης, να βρει συνοδοιπόρους στο ταξίδι του…
Υ.Γ.: Οι «ωραίοι» νέοι είναι πολλοί και αυτοί αποτελούν τη μόνη ελπίδα μιας κοινωνίας που έχει προσκολληθεί σε σαθρές νοοτροπίες. Τους νέους αυτούς μη τους φοβάστε, να τους χαίρεστε και κάποτε με το φως της καθαρότητας της ψυχής τους θα φωτίσουν ολάκερη την οικουμένη. Έως τότε υπομονή…

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Η ενορχηστρωμένη εικονοποιία του Σικελιανού στο ποίημα «Μήτηρ Θεού»


Το αριστουργηματικότερο ποίημα του Σικελιανού και έργο της ώριμης ηλικίας του αποτελεί κατά κοινή ομολογία το «Μήτηρ Θεού», γραμμένο το 1917. Η μουσικότητα είναι το στοιχείο, το οποίο πηγάζει ανεξάντλητο από τον πυθμένα της ποιητικής φωνής του ποιητή. Η ενορχηστρωμένη αυτή μουσική υποβλητικότητα οφείλεται στον ρυθμό των δεκαπεντασύλλαβων διστίχων, τα οποία πλησιάζουν μορφικά  την ποιητική σύνθεση του Σολωμού «Κρητικός», και στη συνεχή εναλλαγή των εικόνων, στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε μουσικές μελωδίες (Λίνος Πολίτης, 2009). Στο πρόσωπο της Παναγίας, και μετά τον θάνατο της αγαπημένης αδερφής του, ο Σικελιανός βλέπει τη μητέρα της ζωής και του θανάτου, μία εικόνα που φαίνεται από την μυστική σύνδεση στο ποίημα της μνήμης του Ευαγγελισμού, τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου και το Ψυχοσάββατο των νεκρών. Ο Λίνος Πολίτης (2009) σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Το ποίημα, μουσικά, ανεπαίσθητα περνά από την ζεστασιά των αρχικών στίχων  στην κεντρική ιδέα του θανάτου, ο πόνος της πεθαμένης αδερφής και η γλυκιά παρουσία της μάνας του Χριστού ενώνονται μυστικά, λες από πύρο χωνευτήρι συμπυκνώνεται σε μια οργανική ενότητα, από τις κορυφαίες στην ποίηση».

Επιπροσθέτως η σύνδεση χριστιανισμού και παγανισμού είναι ένα ακόμη μοτίβο, που ενυπάρχει στο ποίημα. Ο Σικελιανός, όπως παρατίθεται από τον Μario Vitti, αφουγκράζεται τον βαθύτερο πόνο των ανθρώπων και αισθάνεται υπεύθυνος για την επανόρθωση του κακού, όμως, αυτό το κακό εκλείπει σε αρκετές περιπτώσεις, όταν επιθυμεί να εκφράσει τις υπαρξιακές του ανησυχίες.

Ας περάσουμε στην έντονη και γλαφυρή εικονοποιία του ποιήματος. Ο Σικελιανός παρομοιάζει το φυσικό τοπίο με την Παναγία, εξυμνεί την ομορφιά της άνοιξης, παρακολουθεί το πέταγμα των χελιδονιών, θρηνεί για την αδερφή του Πηνελόπη, η οποία πέθανε.

και ως είδα, ετοιμοθάνατη, την όψην σου να μένει
σε τρίσβαθο χαμόγελο, λουσμένη, βυθισμένη,

γλυκά κι αν με διάταξες της πίκρας  σου να αφήσω
τον πέπλον, ολοζώντανη για να σε ζωγραφίσω

Ο Σικελιανός σαν άλλος ταλαντούχος ζωγράφος, φωτίζει τις εικόνες του. Τα μέρη του λόγου (ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα) επιδίδονται σε αγώνα να ξεπεράσουν το ένα το άλλο, βοηθώντας στην έντονη εικονοποιία, δημιουργώντας παραστατικότητα. π.χ. πέλαο αέρινο, τα μάτια ακοίμητα, αφρός μουρμουριστός, αμμουδιά παρθένα, ανάλαφρο ποδάρι, πορφυρογέννητη ψυχή.  Οι εικόνες του έχουν λόγο ύπαρξης στο ποίημα και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι, επιλεγμένες με ποιητική σωφροσύνη. Διεγείρουν όλες τις αισθήσεις (ακουστικές, οσφρητικές, οπτικές, αφής) με ζωηρά χρώματα, δημιουργώντας παφλασμό αισθαντικής συγκίνησης στον αναγνώστη. Η Μιράσγεζι (1982) τονίζει τον έντονο πληθωρικό λυρισμό του ποιητή και επισημαίνει, ότι οι παρομοιώσεις του μας θυμίζουν την θαυμαστή έκφραση του Ομήρου.

άνεμος φύσα γλυκός, από μακρά φτασμένος,
με την γαλήνιαν ευωδία των κάμπων φορτωμένος.

Τα μύρα πλέαν ανάερα, αντίκρυζε η ψυχή μου,
όθε κι αν γύριζε, τη μυστική άθλησή μου.

Και ιδές ανθοί ανεπάντεχοι, δαφνόδεντρα και βάγια
στης γης αν ευωδάγανε τα ευλογημένα πλάγια

φλόγα γαλάζια ανάβρυζε, πήδαε πύρρη διχάλα,
και μιαν ακοίμητη δροσιά κινούσαν, να με ζώνει

Η έντονη λυρικότητα του Σικελιανού και οι καλοδουλεμένες λέξεις αναδεικνύουν με παραστατικότητα την ζωγραφική αποτύπωση του φυσικού τοπίου, επίτευγμα το οποίο επιτυγχάνεται στη «Μήτηρ Θεού». Ο ποιητής στον ζωγραφικό του καμβά χρησιμοποίει το «ποιητικό  πινέλο του» για να μας παραπέμψει σε ένα εικονοπλαστικό δημιούργημα, γεμάτο ζωντάνια, γλαφυρότητα με την υποφαινόμενη αίσθηση μίας μοναδικής αγνότητας και τρυφερότητας να ξεχειλίζει.


   και πάλι πισωδρόμισε γοργό, σα για να πάρει
   χλωμάδα μεγαλύτερην απ’το μαργαριτάρι...

   Ψυχή! Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι,
   η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!

Όπως προαναφέραμε εικόνες που παραπέμπουν στον θάνατο της αδερφής του, οδηγούν την συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ακόλουθοι στίχοι:

Η κόρη απ’το προσκέφαλο στυλά που με κοιτάζει
τόσο ειν’ωραία, πατέρα μου, για ιδές, που με ντροπιάζει...

  Αχ, λίγο να’θελε από με τα μάτια της να πάρει,
   να’λέγα τώρα το γλυκό χερουβικό τροπάρι!»

  Μικρή ψυχούλα μίλησε στον αγγελοκρουμό της
  και με το λόγο φτέρωσε, σα χνούδι, τον καημό της!

Το απόσπασμα ολοκληρώνεται με μία εικόνα που δεν έχει σχέση με τη φύση, αλλά με την προσωπική του εμπειρία,  σύμφωνα με την οποία η ζωή μπορεί να κρύβει δυσκολίες και πίκρες, αλλά πάντα πρέπει να υπάρχει η ελπίδα για να προσδώσει χαρά στον άνθρωπο.

Ψυχή! Και ξάφνου, σκίζοντας το φοβερό σκοτάδι
η αχτίδα της το δάκρυ μου το βρήκε ωσάν πετράδι!
Ο ποιητής διαμέσου της σαγηνευτικής αυτής εικόνας μας πλημμυρίζει με μία τρυφερότητα, καθώς προσεγγίζει την ανθρώπινη υπόσταση με όλο τον σεβασμό που της αρμόζει, βλέποντας το δάκρυ, το οποίο είναι προϊόν πόνου σαν πολύτιμο πετράδι.

Βιβλιογραφία:
Πολίτης, Λ. (2009). Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Vitti, M.  (2008). Iστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας
Μιράσγεζη, Μ.(1982). Νεοελληνική Λογοτεχνία. Αθήνα